καὶ ἑμεῖς τὸν κάναμε διοξείδιο τοῦ ἄνθρακος (CO2)».
Φίλοι Οσίου Παϊσίου
Ο παρόν ιστότοπος απευθύνεται σε όλους όσοι ενδιαφέρονται για κάθε περιεχόμενο που σχετίζεται με τον Όσιο Παΐσιο.
Γίνε λοιπόν φίλος για κάθε σχετική ενημέρωση.
ΛΟΓΟΙ ΟΣΙΟΥ ΠΑΪΣΙΟΥ
Tὁ ἰδιόχειρο κείμενο τοῦ Γέροντος Παϊσίου τοῦ Ἁγιορείτου, γραμμένο «μὲ πολὺ πόνο καὶ ἀγάπη Χριστοῦ» σὲ ἀνύποπτο χρόνο (1987), μιλάει ἀνοιχτὰ καὶ διορατικὰ γιὰ τὸν δυσώνυμο ἀριθμό 666, τις ταυτότητες νέου τύπου καὶ τὸ σφράγισμα.
Σ’ αὐτὸ τὸ φωτισμένο ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα κείμενό του, ὁ μακαριστός Γέρων δίνει σαφεῖς ἀπαντήσεις στὰ ἐρωτήματα, που βασανίζουν σήμερα τὶς ψυχὲς τῶν Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν.
Συσχετίζει καὶ συνδέει τις ἠλεκτρονικές κάρτες εὐκολίας καὶ τὴν ἠλεκτρονική ταυτότητα νέου τύπου μὲ τὸ (ἐπιχειρούμενο πλέον) φακέλωμα τῶν πολιτῶν τῆς Εὐρώπης καὶ μὲ τὸ σφράγισμα τοῦ Θηρίου τῆς Ἀποκαλύψεως.
Διευκρινίζει, ὅτι ἡ παραλαβή τῶν ταυτοτήτων μὲ τὸ ἀριθμητικὸ σημεῖο τοῦ Θηρίου (666) εἶναι ἄρνηση τοῦ Χριστοῦ, καὶ δίνει συγχρόνως ἀπάντηση σὲ ὅσους ὑποστηρίζουν ὅτι: «κι ἂν πάρουμε τις ταυτότητες, τὸ βάπτισμα δὲν ἐξαλείφεται, ἀρκεῖ ἐσωτερικὰ νὰ πιστεύουμε καὶ νὰ μὴν ἀρνηθοῦμε τὸν Χριστό», ξεκαθαρίζοντας ὅτι ἡ θέση αὐτὴ είναι λανθασμένη.
Τὸ κείμενο εἶναι δημοσιευμένο στο βιβλίο «Ὁ Γέρων Παΐσιος» τοῦ ἱερομ. Χριστοδούλου Αγιορείτου, Ἅγιον Ὄρος 1994, σελ. 185-192
ΕΚΔΟΣΗ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΜΕΓΑΛΟΥ ΜΕΤΕΩΡΟΥ
Αρσένιος Εζνεπίδης - Όσιος Παΐσιος Αγιορείτης
25 Ιουλίου 1924 - 12 Ιουλίου 1994
Γέννηση οσίου Παϊσίου και η οικογένειά του
Οἱ πρόγονοι τοῦ ὁσίου Παϊσίου διακρίνονταν γιὰ τὴν ἰδιαίτερη εὐλάβειὰ τους.
Ἡ γιαγιά του Χατζή-Χριστίνα εἶχε ἰδιόκτητο ἐξωκκλήσι τοῦ ἀρχαγγέλου Μιχαήλ, μακριὰ ἀπὸ τὸ χωριό. Κατά καιροὺς ἔμενε ἐκεῖ μόνη στὴν ἡσυχία μὲ προσευχὴ καὶ νηστεία. Ὅταν τὸ χειμῶνα ἀποκλειόταν ἀπὸ τὸ χιόνι, εὕρισκε στὸ παράθυρο τῆς Ἐκκλησίας ἕνα ζεστό ψωμί. Ἔκανε προσευχὴ καὶ τὸ ἔτρωγε. Εἶχε σπίτι στὰ Ἄδανα. Ἐκεῖ φιλοξενοῦσε τὸν ὅσιο Ἀρσένιο, ὅταν πήγαινε μὲ τὰ πόδια γιὰ προσκύνημα στοὺς Ἅγίου Τόπους.
Τὸ ἀρχικό τους ἐπώνυμο ἦταν Χατζηδιγενὴς. Ὕστερα ὑποχρεώθηκαν νὰ πάρουν ὡς ἐπίθετο τὸ ὄνομα τοῦ προπάπου τοῦ Ἁγίου, ὁ ὁποῖος ὠνομαζόταν Θεοδόσιος. Ὁ πατέρας του δηλαδή ἀρχικά λεγόταν Πρόδρομος Θεοδοσίου. Ἐπειδή ὅμως τὸν κυνηγοῦσαν οἱ Τοῦρκοι, ἄλλαξε καὶ πάλι τὸ ἐπίθετό του σὲ Ἐζνεπίδης ποὺ σημαίνει ἀλλοδαπός. Γόνος ἀρχοντικῆς οἰκογένειας τῶν Φαράσων, ποὺ διατηροῦσε τὴν ἀρχὴ τοῦ χωριοῦ (προεδρία) ἀπὸ πολλὲς γενεές, διετέλεσε πρόεδρος ἐπὶ δεκαετίες, ἐπειδὴ εἶχε διοικητικὸ χάρισμα. Ἦταν πιστὸς καὶ εὐλαβής. Εὐλαβεῖτο ἰδιαίτερα τὸν ὅσιο Ἀρσένιο καὶ τὸν ὑπάκουε σὲ ὅλα.
Ὁ Πρόδρομος ἦταν καλὸς τεχνίτης, τὰ χέρια του ἔπιαναν ἀπὸ ὅλα. Ἐργαζόταν ὡς γεωργὸς στὰ Φάρασα, ἀλλὰ εἶχε καὶ καμίνι ποὺ παρῆγε σίδηρο. Ἦταν ἀνδρεῖος, τολμηρὸς καὶ ριψοκίνδυνος. Κυρίως ὅμως ἦταν πολὺ φιλόπατρις, γενναῖος πολεμιστής, ἄριστος σκοπευτὴς καὶ ἀτρόμητος ἀκρίτας. Ἔσωσε πολλὲς φορὲς τὸ χωριὸ ἀπὸ τοὺς Τσέτες. Μιὰ φορὰ ντύθηκε χανούμισσα καὶ πήγε στὸ λημέρι τους. Ἐκεῖ ζήτησε τὸν αρχηγό, δήθεν νὰ τοῦ μιλήσῃ ἐμπιστευτικά, ἀλλά τοῦ πῆρε τὸ ὅπλο καὶ μαζὶ μὲ τὰ παλληκάρια του κυνήγησαν τούς Τσέτες. Πολλὲς φορές κινδύνευσε, κάποτε μάλιστα τὸν συνέλαβαν αἰχμάλωτο, ἀλλά τὸν φυλάγαν οἱ ευχές τοῦ ὁσίου Ἀρσενίου.
Ὅταν ὡς πρόεδρος πήγαινε στὰ Ἄδανα γιὰ ὑποθέσεις τοῦ χωριοῦ καὶ παρουσιαζόταν στὸν Κεμάλ, αὐτὸς ἐκτιμώντας τὴν ἀνδρεία του, τὸν χαιρετοῦσε λέγοντας: «Καλῶς τὸ παλληκα-ράκι, τὸν Ρωμιό».
Ἀργότερα στὴν Ἑλλάδα, ὅταν κηρύχθηκε ὁ Ἑλληνοϊταλικὸς πόλεμος, σὲ προχωρημένη πιὰ ἡλικία ἀλλὰ μὲ νεανικὸ ἐνθουσιασμό, ἤθελε νὰ πάῃ ἐθελοντὴς νὰ πολεμήση.
Ἦταν δίκαιος, φιλάδελφος καὶ ἐλεήμων. Ὅταν ἡ Πολιτεία ἔδωσε κτήματα γιὰ τὴν ἀποκατάσταση τῶν προσφύγων, ὁ γερο-Πρόδρομος, ὡς πρόεδρος καὶ στὴν Κόνιτσα, τακτοποίησε πρώτα τοὺς ἄλλους Φαρασιῶτες καὶ γιὰ τὴν οἰκογένειά του κράτησε τὸν χειρότερο κλῆρο, τὰ πιὸ ἄγονα χωράφια. Γιὰ νὰ τὰ ξεχερσώσῃ καὶ νὰ τὰ καθαρίσῃ ἀπὸ τὰ βάτα, ἔβαζε φωτιὲς καὶ ἀπὸ αὐτὸ ἔπαθαν τὰ μάτια του[1].
Ἡ μητέρα τοῦ Γέροντα ὠνομαζόταν Εὐλογία[2]. Καταγόταν ἀπὸ τὸ γένος Φραγκοπούλου καὶ εἶχε συγγένεια μὲ τὸν ὅσιο Ἀρσένιο. Ἦταν συνετή, ἔξυπνη, ἐργατική, πολὺ εὐλαβής, καὶ εἶχε ἀνατραφῆ μὲ τὶς νουθεσίες τοῦ ὁσίου Ἀρσενίου. Τὴν χαριτωμένη Εὐλογία τὴν πάντρεψαν μικρή, σὲ ἡλικία δεκαπέντε ἐτῶν, μὲ τὸν Πρόδρομο Ἐζνεπίδη.
Οἱ εὐλογημένες ψυχές, Πρόδρομος καὶ Εὐλογία, ἀπέκτησαν δέκα παιδιά. Τὰ δύο πρῶτα, ἡ Αἰκατερίνη καὶ ἡ Σωτηρία, πέθαναν μικρά. Ὅταν ὁ ὅσιος Ἀρσένιος βάπτιζε τὸ τρίτο, εἶπε νὰ τὸ ὀνομάσουν Ζωή. Ἔκτοτε ὅλα ἔζησαν. Τὰ ὀνόματά τους κατὰ σειρὰ ἡλικίας εἶναι: Ζωή (1910), Μαρία (1914), Ραφαήλ (1917), Ἀμαλία (1919), Χαράλαμπος (1922), Ἀρσένιος (1924) (ὁ γέροντας Παΐσιος), Χριστίνα (1929) καὶ Λουκᾶς (1932).
Στά Φάρασα τῆς ἁγιοτόκου Καππαδοκίας, στίς 25 Ἰουλίου τοῦ 1924, ἀνήµερα τῆς ἁγίας Ἄννης γεννήθηκε ὁ Γέροντας.
Στήν βάπτιση οἱ γονεῖς του ἤθελαν νά τόν ὀνοµάσουν Χρῆστο, στό ὄνοµα τοῦ παπποῦ. Ὁ ὅσιος Ἀρσένιος ὅµως εἶπε στήν γιαγιά του: «Ἔ, Χατζηαννά[3], τόσα παιδιά σοῦ βάπτισα! Δέν θά δώσεις καί σέ ἕνα τό ὄνοµά µου;». Καί στούς γονεῖς εἶπε: «Καλά, ἐσεῖς θέλετε νά ἀφήσετε ἄνθρωπο στό πόδι τοῦ παπποῦ, ἐγώ δέν θέλω νά ἀφήσω καλόγηρο στό πόδι µου;». Καί γυρίζοντας στή νουνά[4] τῆς λέγει: «Ἀρσένιο νά πῆς». Τοῦ ἔδωσε δηλαδή τό ὄνοµά του καί τήν εὐχή του, καί προεῖδε ὅτι θά γίνει καλόγηρος, ὅπως καί ἔγινε[5].
Τό ἔτος πού γεννήθηκε ὁ Γέροντας ἔγινε ἡ ἀνταλλαγή τῶν πληθυσµῶν καί ξερριζώθηκε ὁ Ἑλληνισµός τῆς Μικρᾶς Ἀσίας ἀπό τίς πατρογονικές του ἑστίες. Πῆρε καί ἡ οἰκογένεια τοῦ Γέροντα µαζί µέ τούς ἄλλους Φαρασιῶτες καί τόν ὅσιο Ἀρσένιο τόν δρόµο τῆς πικρῆς προσφυγιᾶς. Στό καράβι µέσα στόν συνωστισµό κάποιος πάτησε τό βρέφος (Ἀρσένιο) πού κινδύνεψε νά πεθάνη. Ἀλλά ὁ Θεός κράτησε στήν ζωή τόν ἐκλεκτό Του, γιατί ἔµελλε νά γίνη χειραγωγός πολλῶν ψυχῶν στήν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Ὁ Γέροντας βέβαια ἀπό ταπείνωση ἔλεγε ἀργότερα: «Ἄν εἶχα πεθάνει τότε, πού εἶχα τήν χάρι τοῦ Βαπτίσµατος, θά µέ ἔῤῥιχναν στήν θάλασσα νά µέ φᾶνε τά ψάρια, καί τοὐλάχιστον θά µοῦ ἔλεγε «εὐχαριστῶ» κανένα ψαράκι, καί θά πήγαινα στόν παράδεισο». (Ἤθελε δηλαδή νά πῆ ὅτι τώρα πού
ἔζησε δέν ἔκανε τίποτε).
Ἔµειναν γιά λίγο στόν Πειραιᾶ. Ἔπειτα µεταφέρθηκαν στό κάστρο τῆς Κερκύρας, ὅπου ἐκοιµήθη καί ἐτάφη ὁ ὅσιος Ἀρσένιος, σύµφωνα µέ τήν πρόρρησή του: «Ἐγώ θά ζήσω σαράντα ἡµέρες στήν Ἑλλάδα καί θά πεθάνω σέ ἕνα νησί». Μετακόµισαν στήν συνέχεια σέ χωριό τῆς Ἡγουµενίτσας καί τελικά ἐγκαταστάθηκαν στήν Κόνιτσα.
Τόν νεοφώτιστο Ἀρσένιο, βρέφος σαράντα ἡµερῶν, οἱ γονεῖς του τόν ἔφεραν στήν µητέρα Ἑλλάδα, ἄγνωστο τότε ἀνάµεσα στά πλήθη τῶν προσφύγων. Αὐτόν πού µετά ἀπό χρόνια θά γινόταν γνωστός σέ ὅλο τόν κόσµο καί θά ὡδηγοῦσε πλήθη ἀνθρώπων στήν θεογνωσία. Ἀπό τίς πρῶτες ἡµέρες γνώρισε τόν πόνο καί τά βάσανα τῶν ἀνθρώπων. Ἀργότερα, ὁ ἴδιος θά γινόταν λιµάνι παρηγοριᾶς σέ χιλιάδες βασανισµένες ψυχές.
Ὁ µικρός καί εὐλογηµένος Ἀρσένιος, µαζί µέ τό γάλα πού θήλαζε, µάθαινε ἀπό τούς γονεῖς του καί τήν εὐλάβεια πρός τόν Θεό. Ἀντί γιά παραµύθια καί ἱστορίες τοῦ µιλοῦσαν γιά τόν βίο καί τά θαύµατα τοῦ ὁσίου Ἀρσενίου. Μέσα του γεννήθηκε θαυµασµός καί ἀγάπη γιά τόν Χατζεφεντῆ, ὅπως ἀποκαλοῦσαν τόν ὅσιο Ἀρσένιο. Ἀπό µικρός ἤθελε νά γίνη καί αὐτός µοναχός, γιά νά µοιάση τόν Ἅγιό του.
Τό πρόσωπο πού µετά τόν ὅσιο Ἀρσένιο ἐπηρέασε εὐεργετικά ὅλη του τήν ζωή ἦταν ἡ µητέρα του, πρός τήν ὁποία αἰσθανόταν ἰδιαίτερη ἀγάπη καί τήν βοηθοῦσε ὅσο µποροῦσε. Ἀπό αὐτήν διδάχθηκε τήν ταπεινοφροσύνη. Τόν συµβούλευε νά µήν θέλη νά νικᾶ τούς συµµαθητές του στά παιχνίδια καί ὕστερα νά ὑπερηφανεύεται, οὔτε νά ἐπιδιώκη νά µπαίνη πρῶτος στήν γραµµή, γιατί ἦταν τό ἴδιο, εἴτε πρῶτος, εἴτε τελευταῖος ἔµπαινε.
Ἐπί πλέον τοῦ ἔµαθε τήν ἐγκράτεια˙ νά µήν τρώγη πρίν ἀπό τήν ὥρα τοῦ φαγητοῦ. Τήν παράβαση τήν θεωροῦσε ὡς πορνεία. Ἐπίσης τόν βοήθησε νά ἀποκτήση ἁπλότητα, ἐργατικότητα, νοικοκυροσύνη καί προσοχή στήν συµπεριφορά του πρός τούς ἄλλους, καί τόν προέτρεπε νά µήν ἀναφέρη καθόλου τό ὄνοµα τοῦ πειρασµοῦ (διαβόλου).
Δυό φορές τήν ἡµέρα ὅλη ἡ οἰκογένεια προσευχόταν µπροστά στό εἰκονοστάσι. Ἡ µητέρα του ὅµως συνέχιζε νά προσεύχεται καί ὅταν ἔκανε τίς ἐργασίες τοῦ σπιτιοῦ λέγοντας τήν εὐχή.
Τέτοια ἦταν ἡ εὐλάβεια τῶν γονέων του, ὥστε καί στά ἁλώνια ἔπαιρναν µαζί τους ἀντίδωρο.
Ὁ µικρός Ἀρσένιος, µέ τό ἐνδιαφέρον καί τήν ἐξυπνάδα πού εἶχε, εὔκολα ἀφοµοίωνε ὅ,τι καλό ἄκουγε ἀπό τούς γονεῖς του.
Ἀκολουθώντας τό παράδειγµά τους ἔµαθε νά νηστεύῃ, νά προσεύχεται καί νά ἐκκλησιάζεται. Ἦταν τό πιό ἀγαπητό ἀπό ὅλα τά παιδιά τῆς οἰκογενείας.
«Ὁ µέν πατέρας µου», ἔλεγε ἀργότερα ὁ Γέροντας, «µέ ἀγαποῦσε, γιατί εἶχα κλίση στά τεχνικά καί ἔπιαναν τά χέρια µου, ἡ δέ µητέρα µου γιά τήν ψεύτικη (λίγη, µικρή) εὐλάβεια πού εἶχα».
Ἀπό τὸ βιβλίο: Ἱερομονάχου Ὶσαάκ, ΒΙΟΣ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ, Ι’ Ἔκδοσις, Ἅγιον Ὅρος 2019, σελ. 35-44
[1] Ἐκοιμήθη 10 Αὐγούστου 1966 (ν.ἡ.)
[2] Σχετικά μὲ τὸ ὄνομα τῆς μητέρας του ὁ Γέροντας εἴχε πεῖ ὅτι ὠνομαζόταν μὲν Εὐλογία καὶ ὡς Εὐλογία τὴν εἶχε γραμμένη στὰ δίπτυχα, ἀλλὰ στὴν Κόνιτσα τὴν ἀποκαλούσαν Εὐλαμπία. Ἐκοιμήθη 6 Ὀκτωβρίου 1963 (ν.ἡ.)
[3] Λέξη τούρκικη, σύνθετη. Προσφώνηση ποὺ δείχνει σεβασμὸ καὶ ἀγάπη. Σημαίνει: Μητέρα προσκυνήτρια.
[4] Ανάδοχός του ήταν η Αναστασία, σύζυγος του Προδρόμου Κορτσινόγλου, του ψάλτη του ὁσίου Ἀρσενίου.
[5] Ὁ βίος τοῦ ἁγίου Ἀρσενίου τοῦ Καππαδόκου γράφτηκε ἀπό τόν γέροντα Παΐσιο. Ἔργα τοῦ ἰδίου εἶναι καί: «Ὁ Γέρων Χατζη-Γεώργης ὁ Ἀθωνίτης», «Ἁγιορεῖται Πατέρες καί ἁγιορείτικα» καί «Ἐπιστολές». Ἡ σειρά «Γέροντος Παϊσίου, Λόγοι», πού ἐκδίδει ἡ Ἱ. Μονή Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου, Σουρωτῆς, περιέχει τήν διδασκαλία τοῦ Γέροντα.
