ΒΙΒΛΙΑ ΟΣΙΟΥ

Ἁγιορεῖται Πατέρες και ἁγιορείτικα, Ἔκδοση Ἱεροῦ Ἡσυχαστηρίου «Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ὁ Θεολόγος», Σουρωτὴ Θεσσαλονίκης, 14η ἀνατύπωση, 2010.

Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος

Πολύ με πειράζει η συνείδηση μου, που δεν κράτησα σημειώσεις με λεπτομέρειες για τους ενάρετους Πατέρες, που έζησαν τώρα τα τελευταία χρόνια, για τους οποίους μου διηγούνταν οι ευλαβείς Γεροντάδες, όταν ήμουν αρχάριος Μοναχός· όπως επίσης και στην συνέχεια, για την μεγάλη μου αμέλεια, που δεν κράτησα, έστω στην μνήμη μου, όλα τα θεία γεγονότα, τα οποία έζησαν εκείνα τα άγια Γεροντάκια και μου τα διηγούνταν με πολλή απλότητα, για να με βοηθήσουν πνευματικά.

Οι Πατέρες εκείνης της εποχής είχαν πολλή πίστη και απλότητα και οι περισσότεροι ήταν με λίγα μεν γράμματα, αλλά, επειδή είχαν ταπείνωση και αγωνιστικό πνεύμα, δέχονταν συνέχεια τον θείο φωτισμό· ενώ στην εποχή μας, που έχουν αυξηθή οι γνώσεις, δυστυχώς η λογική κλόνισε την πίστη των ανθρώπων από τα θεμέλια και γέμισε τις ψυχές από ερωτηματικά και αμφιβολίες. Έτσι, επόμενο είναι να στερούμεθα τα θαύματα, γιατί το θαύμα ζήται και δεν εξηγείται με την λογική.

Το πολύ αυτό κοσμικό πνεύμα που επικρατεί στον σημερινό άνθρωπο, ο οποίος έχει στρέψει όλη την προσπάθεια στο πώς να ζήση καλύτερα, με μεγαλύτερη άνεση και με λιγότερο κόπο, δυστυχώς έχει επιδράσει και στους περισσότερους πνευματικούς ανθρώπους, οι οποίοι προσπαθούν και αυτοί πώς να αγιάσουν με λιγότερο κόπο – πράγμα που δεν γίνεται ποτέ, γιατί «οι Άγιοι έδιναν αίμα και ελάμβαναν πνεύμα». Και ενώ χαίρεται κανείς τώρα για την μεγάλη αυτή στροφή προς τους Αγίους Πατέρες και τον Μοναχισμό και θαυμάζει τους αξιόλογους νέους που αφιερώνονται με ιδανικά, συγχρόνως όμως και πονάει, γιατί βλέπει όλο αυτό το καλό υλικό να μη βρίσκη το ανάλογο πνευματικό προζύμι, και έτσι δεν ανεβαίνει η πνευματική αυτή ζύμη και καταλήγει να γίνη σαν το λειψό ψωμί.
Παλαιότερα, πριν και από είκοσι χρόνια, εύρισκε κανείς ακόμη την απλότητα απλωμένη στο Περιβόλι της Παναγίας, και εκείνο το άρωμα της απλότητος των Πατέρων μάζευε τους ευλαβείς ανθρώπους, που μιμούνταν τις μέλισσες, και τους έτρεφε, και αυτοί μετέφεραν και στους άλλους από την πνευματική αυτή ευλογία, για να ωφεληθούν. Από όπου δηλαδή κι αν περνούσες, θα άκουγες να διηγούνται θαύματα και ουράνια γεγονότα, πολύ απλά, γιατί τα θεωρούσαν πολύ φυσιολογικά οι Πατέρες.

Ζώντας λοιπόν σ’ αυτή την πνευματική ατμόσφαιρα της Χάριτος, ποτέ δεν περνούσε λογισμός αμφιβολίας για όσα άκουγες, γιατί και ο ίδιος κάτι θα έβλεπες από αυτά. Αλλά ούτε και περνούσε λογισμός, για να σημειώσης ή να κρατήσης στην μνήμη σου τα θεία εκείνα γεγονότα για τους μεταγενέστερους, γιατί νόμιζες ότι θα συνεχισθή εκείνη η Πατερική κατάσταση. Πού να ήξερες ότι μετά από λίγα χρόνια ο περισσότερος κόσμος θα παραμορφωθή από την πολλή μόρφωση – επειδή διδάσκεται με το πνεύμα της αθεΐας και όχι με το πνεύμα του Θεού, για να [//9] αγιάση και την εξωτερική μόρφωση – και η απιστία θα φθάση σε τέτοιο σημείο, που να θεωρούνται τα θαύματα για παραμύθια της παλιάς εποχής; Φυσικά, όταν είναι ο γιατρός άθεος, όσες εξετάσεις και εάν κάνη σε έναν Άγιο με τα επιστημονικά μέσα (ακτίνες κ.λ.π.), δεν θα μπορέση να διακρίνη την Χάρη του Θεού. Ενώ, εάν έχη αγιότητα και ο ίδιος, θα ιδή την θεία Χάρη να ακτινοβολή.

Για να δώσω μια ζωντανότερη εικόνα της Χάριτος, και για να καταλάβουν καλύτερα οι αναγνώστες το πνεύμα το Πατερικό που επικρατούσε πριν από λίγα χρόνια, θεώρησα καλό να αναφέρω, σαν παραδείγματα, μερικά περιστατικά από απλά Γεροντάκια της εποχής εκείνης.

Όταν ήμουν αρχάριος στην Μονή Εσφιγμένου, μου είχε διηγηθή ο ευλαβής Γερο-Δωρόθεος ότι στο Γηροκομείο ερχόταν και βοηθούσε ένα Γεροντάκι με τέτοια μεγάλη απλότητα, αφού νόμιζε ότι η Ανάληψη, που εορτάζει η Μονή, ήταν μία μεγάλη Αγία όπως η Αγία Βαρβάρα και, όταν έκανε κομποσχοίνι, έλεγε: «Αγία του Θεού, πρέσβευε υπέρ ημών»! Μια μέρα είχε έρθει στο Γηροκομείο ένας φιλάσθενος αδελφός, και, επειδή δεν υπήρχε κανένα δυναμωτικό φαγητό, το Γεροντάκι κατέβηκε γρήγορα – γρήγορα τα σκαλιά, πήγε στο υπόγειο και από το παραθυράκι που έβλεπε προς την θάλασσα, άπλωσε τα χέρια του και είπε: «Αγία μου Ανάληψη, δώσ’ μου ένα ψαράκι για τον αδελφό». Και ω του θαύματος! πετάχτηκε ένα μεγάλο ψάρι στα χέρια του, το πήρε πολύ φυσιολογικά, σαν να μη συνέβη τίποτε, και χαρούμενος το ετοίμασε, για να τονώση τον αδελφό.

Ο ίδιος Γέροντας μου είχε διηγηθή και για άλλον Πατέρα (νομίζω Παχώμιο), ο οποίος είχε πάει στην Καψάλα για ανώτερη άσκηση και είχε φθάσει σε μέτρα πνευματικά. [//10] Μια μέρα ένας Πατέρας της Μονής οικονόμησε δύο ψάρια και τα καθάριζε, για να πάη να τον ιδή και να του τα δώση ευλογία. Την ώρα όμως που τα ετοίμαζε, ένας κόρακας ξαφνικά του πήρε το ένα ψάρι και το πήγε στον π. Παχώμιο στην Καψάλα (απόσταση πεντέμισι ώρες). Ο π. Παχώμιος είχε λάβει πληροφορία από τον Θεό για την επίσκεψη του αδελφού και την στιγμή που σκεφτόταν τι να τον φιλέψη, ο κόρακας του άφησε το ψάρι. Όταν ήλθε μετά ο αδελφός και το έμαθε αυτό, δόξασε και αυτός τον Θεό, που τρέφει και στην εποχή μας τους ανθρώπους Του με τον κόρακα, όπως και τον Προφήτη Ηλία.

Επίσης στην Μονή Κουτλουμουσίου, πριν από λίγα χρόνια, ζούσε ένας Γέροντας, ο π. Χαράλαμπος, πολύ απλός αλλά και πολύ «βιαστής» όχι μόνο στα πνευματικά αλλά και στα διακονήματα, σε όλα ήταν προθυμότατος. Ο Πατήρ Χαράλαμπος θα έβγαζε τις περισσότερες δουλειές, γιατί στα τελευταία χρόνια είχαν μείνει λίγοι Πατέρες στην Μονή και αυτοί γέροι. Είχε δε και την Βιβλιοθήκη, αλλά τον έβγαλαν, επειδή δεν έκλεινε ποτέ την πόρτα. Συνήθιζε να λέη: «Αφήστε τους ανθρώπους να διαβάζουν τα βιβλία». Δεν του περνούσε λογισμός ότι υπάρχουν και άνθρωποι που κλέβουν βιβλία. Είχε πολλή αγνότητα και απλότητα. Εκτός από τα πολλά διακονήματα που είχε, φύτευε ακόμη και δένδρα για τους μεταγενέστερους, γιατί πίστευε ότι η Μονή Κουτλουμουσίου πάλι θα επανδρωθή. Τα μεν χέρια του συνέχεια εργάζονταν για τους άλλους, ο δε νους του και η καρδιά του εργάζονταν στα πνευματικά δια της αδιαλείπτου προσευχής Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησον με. Στην Ακολουθία πάντα πρώτος. Κρατούσε μάλιστα τον ένα χορό ως ψάλτης. Την ώρα δε που ο Κανονάρχης πήγαινε στον άλλο χορό να κανοναρχήση, ο Πατήρ Χαράλαμπος έλεγε γρήγορα [//11] – γρήγορα την ευχή, για να μη διακόπτη την αδιάλειπτη προσευχή του.

Έτσι εργατικότατος και πνευματικότητας έζησε, χωρίς να το ρίξη κάτω. Αλλά δυστυχώς, μια βαριά γρίπη μόνο τον έριξε στο κρεβάτι, και ο γιατρός είπε στους Πατέρες να μην απομακρυνθούν από κοντά του, γιατί σε λίγη ώρα θα τελειώση η ζωή του. Ο Πατήρ το άκουσε κάτω από τις κουβέρτες και απήντησε:
– Τι λες; Εγώ δεν πεθαίνω, εάν δεν έρθη το Πάσχα να πω το Χριστός Ανέστη.

Πράγματι πέρασαν δύο μήνες σχεδόν, ήρθε το Πάσχα, είπε το Χριστός Ανέστη, κοινώνησε και μετά αναπαύθηκε. Το φιλότιμο απλό Γεροντάκι είχε γίνει πραγματικό παιδί του Θεού και μαζί με τον Θεό καθόρισε την ημέρα του θανάτου του.

Στην Σκήτη των Ιβήρων, ο Γερο-Νικόλαος από την Συνοδία των Μαρκιανών μου διηγήθηκε για έναν Πατέρα, που είχε και αυτός παιδική απλότητα, ότι κάποτε, όταν είχε στερέψει το πηγάδι τους, είχε κατεβάσει την εικόνα του Αγίου Νικολάου στο ξηροπήγαδο, με το σχοινί δεμένη από τον χαλκά, και είπε:
– Άγιε Νικόλαε, να ανέβης μαζί με το νερό, εάν θέλης να σου ανάβω το κανδήλι, αφού μπορείς να το κάνης αυτό. Βλέπεις, έρχονται τόσοι άνθρωποι, και δεν έχουμε λίγο κρύο νερό να τους δώσουμε.

Ω του θαύματος! το νερό ανέβαινε σιγά – σιγά, και η εικόνα του Αγίου έπλεε επάνω, μέχρι που την έπιασε με τα χέρια του, την ασπάσθηκε με ευλάβεια και την πήγε στο Ναό. (Αυτό έγινε πριν από πενήντα χρόνια περίπου).

Στην ίδια Σκήτη, λίγο πιο πάνω από αυτή την Καλύβη, είναι οι «Άγιοι Απόστολοι», όπου μένουν τώρα δύο Πατέρες, που είναι και κατά σάρκα αδέλφια. Στην Συνοδία αυτή ήταν και ο Γερο-Παχώμιος, στον οποίο έβλεπε κανείς ολοφάνερα την αγιότητα ζωγραφισμένη στο πρόσωπο του. Το Γεροντάκι αυτό ήταν πολύ απλό και τελείως αγράμματο αλλά πολύ χαριτωμένο. Στο Κυριακό της Σκήτης, όταν ερχόταν για να εκκλησιασθή τις εορτές, ποτέ δεν καθόταν στο στασίδι, αλλά πάντα όρθιος στεκόταν, ακόμη και στις ολονυκτίες, και έλεγε την ευχή. Όταν τύχαινε να τον ρωτήση κανείς «πού βρίσκεται η Ακολουθία», απαντούσε:
– Ψαλτήρια – ψαλτήρια λένε οι Πατέρες.

Όλα ψαλτήρια τα έλεγε. Ούτε και από ψαλτικά ήξερε καθόλου, εκτός από το Χριστός Ανέστη, που έψαλλε το Πάσχα. Πάντα πρόθυμος να κάνη τα θελήματα των άλλων, χωρίς να έχη καθόλου θέλημα δικό του.

Όση στενοχώρια και εάν είχε κανείς, άμα έβλεπε τον Πατέρα Παχώμιο, του έφευγε. Όλοι τον αγαπούσαν, ακόμη και τα φίδια, που του είχαν εμπιστοσύνη και δεν έφευγαν, όταν τον έβλεπαν. Στην περιοχή της Καλύβης ήταν πολλά φίδια, γιατί υπήρχαν νερά. Οι άλλοι δύο Πατέρες πολύ φοβούνταν τα φίδια, ενώ ο Γερο-Παχώμιος τα πλησίαζε χαμογελαστός, τα έπιανε και τα έβγαζε έξω από τον φράχτη τους.

Μια μέρα, ενώ πήγαινε βιαστικός στην Καλύβη των Μαρκιανών, στο δρόμη βρήκε ένα μεγάλο φίδι, το οποίο τύλιξε στη μέση του σαν ζώνη, για να τελειώση πρώτα την δουλειά του και μετά να το βγάλη έξω από την περιοχή τους. Ο Πατήρ Ιάκωβος, μόλις τον είδε, τρόμαξε, και ο Πατήρ Παχώμιος παραξενεύτηκε γι’ αυτό.

Μετά μου έλεγε:
– Δεν ξέρω γιατί φοβάνται τα φίδια. Εκείνος ο δικός μας Πατήρ Ανδρέας φοβάται ακόμη και από τους σκορπιούς! Εγώ τους μαζεύω στη χούφτα μου τους σκορπιούς από τα ντουβάρια και τους πετάω έξω από την Καλύβα. Τώρα που τρέμουν τα χέρια μου από το πάρκινσον, τα μεγάλα φίδια σβαρνίζοντας τα βγάζω έξω.
[Ρώτησα τον Γέροντα:
– Γιατί δεν σε δαγκώνουν εσένα τα φίδια, Πάτερ Παχώμιε;
Μου απήντησε:
– Κάπου γράφει ο Ιησούς Χριστός σε ένα χαρτί «εάν έχης πίστη, πιάνεις και τα φίδια και τους σκορπιούς, και δεν σε πειράζουν».

Το άγιο αυτό Γεροντάκι, ο Πατήρ Παχώμιος, είχε αναπαυθή στις 22-10-1967, ένα χρόνο πριν από τον Γέροντα Παπα-Τύχωνα, για τον οποίο θα αναφέρω στην συνέχεια, καθώς και για άλλους Οσίους Πατέρες, που αγωνίσθηκαν φιλότιμα στο Περιβόλι της Παναγίας και εξαγνίσθηκαν με την βοήθεια της Καλής Μητέρας, της Αγνής Παρθένου. Έγιναν Στρατιώτες του Χριστού, νίκησαν τα πάθη τους, εξόντωσαν τον εχθρό διάβολο, αυτοί οι «Λοκατζήδες της Εκκλησίας μας», και στεφανώθηκαν από τον Χριστό με άφθαρτο στεφάνι.

Πολλούς από αυτούς είχα γνωρίσει και από κοντά, αλλά, δυστυχώς, δεν τους μιμήθηκα και έτσι βρίσκομαι πολύ μακριά τους. Εύχομαι όμως με όλη την καρδιά μου να τους μιμηθούν όσοι θα διαβάσουν τα θεία κατορθώματα τους και παρακαλώ να εύχωνται και εκείνοι για μένα τον ταλαίπωρο Παΐσιο. Αμήν.

Ἐπιστολές, Ἔκδοση 5η , Ἱερὸν Ἡσυχαστήριον «Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ὁ Θεολόγος» Σουρωτὴ Θεσσαλονίκης 2000.

ΠΡΟΛΟΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Οι επιστολές αυτές γράφτηκαν από τον μακαριστό Γέροντα Παΐσιο και στάλθηκαν στο Ιερό Ησυχαστήριο του Ευαγγελιστού Ιωάννου του Θεολόγου.

Οι επιστολές είχαν ετοιμαστή γι’ αυτήν την έκδοση λίγους μήνες πριν κοιμηθή ο Γέροντας, αλλά μας είπε να εκδοθούν μετά την κοίμηση του και να συμπεριληφθή και η διαθήκη του, η οποία προσεπικυρώνει και διασφαλίζει το γνήσιο και αναλλοίωτο των επιστολών.

Ιερόν Ησυχαστήριον
«Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος»
Κοίμησις της Θεοτόκου, 1994

Ὁ Ἅγιος Ἀρσένιος ὁ Καππαδόκης, Ἱερὸν Ἡσυχαστήριον «Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ὁ Θεολόγος», Σουρωτὴ Θεσσαλονίκης, 2010.

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Μεγάλη υποχρέωση αισθάνομαι στον Πατέρα Αρσένιο, τόσο για τ’ όνομα του που μούδωσε μαζί με τις άγιες του ευχές στην κολυμβήθρα, όσο και αργότερα, μικρός, που θήλαζα στα λίγα του βιβλία, που διέσωζε ο γερο-Πρόδρομος ο Κορτσινόγλου (του Χατζητσινή).

Το σπουδαιότερο δε βιβλίο του για μένα ήταν ο ίδιος ο Πρόδρομος, ο οποίος ήταν και το ζωντανό βιβλίο του Πατρός Αρσενίου, διότι αυτός διέσωζε στην καθαρή του μνήμη όλη την αγία ζωή του Πατρός. Είχε την μεγάλη ευλογία το Γεροντάκι αυτό – σαν ψάλτης του και ακόλουθος του παντού – να γνωρίζη πολλά, διότι, εκτός από αυτά που έβλεπε, άκουγε και πολλά επάνω σε συζητήσεις τους, από όσα του διηγόταν ο Πατήρ, διάφορα δηλαδή περιστατικά από την ζωή του.

Όποτε λοιπόν πήγαινα στο σπίτι του Προδρόμου, που έμενε στην γειτονιά μου, όλο και κάτι θα μου διηγόταν για τον Πατέρα Αρσένιο, και εγώ συνέχεια με την παιδική μου περιέργεια τον ρωτούσα. Ήμουν φυσικά μικρός τότε, και γι’ αυτό είχαν χαραχθή με ευκολία μεγάλη τα λόγια του στην τότε απαλή καρδιά μου, η οποία δεν είχε πιάσει ακόμη πουρί.

Όταν αργότερα οικονόμησε ο Θεός και βρέθηκα ξανά, ως μοναχός πια, στην Κόνιτσα στην Ιερά Μονή Στομίου, το 1958, το ενδιαφέρον μου για τον Πατέρα Αρσένιο είχε μεγαλώσει· και πάλι περνούσα από τον γερο-Πρόδρομο, για να μάθω περισσότερα· παρ’ όλο που ήταν ενενήντα ετών, ήταν πρόθυμο και ακούραστο το ευλαβέστατο Γεροντάκι να μου διηγήται πάντοτε.

Θα γνώριζα φυσικά περισσότερα και με πιο πολλές λεπτομέρειες, αλλά τότε δεν μου πέρασε από τον λογισμό να μαζέψω στοιχεία για τον βίο του. Πού να ήξερα ότι ο Πατήρ Αρσένιος και μετά την κοίμηση του θα παρουσίαζε αυτά τα σημεία – θαύματα και εμφανίσεις – που παρουσιάζουν οι Άγιοι! Ο Πατήρ τότε ακόμη, το 1958, ήταν στο Κοιμητήρι της Κερκύρας, με την πλάκα επάνω στον τάφο του που έγραφε το όνομα του.

Πολλοί συγχωριανοί μας είχαν την εντύπωση μετά, ότι το Λείψανο του Πατρός Αρσενίου (Χατζηεφεντή) θα είναι ολόκληρο, όπως και πολλών Αγίων, και από ευλάβεια δεν τολμούσαν να του κάνουν την εκταφή του – ούτε και ήταν δυνατόν πάλι να συγκεντρωθούν όλοι μαζί, για να σκεφθούν από κοινού το θέμα της εκταφής του, διότι το χωριό μας, τα Φάρασα, είχε σπαρθή σε πολλά μέρη της Ελλάδος κατά την προφητεία του. Έλεγε ο Πατήρ, πριν ακόμη γίνη η Ανταλλαγή: «Όταν θα πάμε στην Ελλάδα, το χωριό μας θα σπαρή σε πολλά μέρη της, θα γίνη γαρμάν–τσορδάν (φύρδην–μίγδην)»· όπως επίσης έλεγε και για τον εαυτό του: «Εγώ θα ζήσω μόνο σαράντα ημέρες στην Ελλάδα και θα πεθάνω σ’ ένα Νησί». Πράγματι έτσι και έγιναν όλα· και το χωριό μας έκανε τέτοιο σκόρπισμα, που πολλοί συγγενείς ακόμη ούτε γνωρίζονται ούτε και ξέρουν ο ένας για τον άλλον, εάν ζη ή συγχωρέθηκε.

Έχοντας λοιπόν όλα αυτά υπ’ όψη μου, αποφάσισα να πάω μόνος μου στην Κέρκυρα, για να κάνω την εκταφή και ανακομιδή του. Δεν γνωρίζω όμως, εάν η ευλάβεια μου ήταν περισσότερη ή η αναίδεια μου. Σε όλο μου το ταξίδι είχα και λογισμούς: «Σε περίπτωση που βρω το Λείψανο του ολόκληρο, τι να κάνω;» – διότι αδύνατο τότε να μ’ αφήσουν οι Κερκυραίοι να το πάρω. Το ότι θα το εύρισκα ήμουν σίγουρος, διότι το 1945 είχαν βρει τον τάφο του Πατρός τα αδέλφια μου και μου έστειλαν χώμα από τον τάφο του, το οποίο ρίξαμε επάνω σ’ ένα συγχωριανό μας, που είχε βγη άλειωτος, και μετά έλειωσε. (Μου είχε πει ο Πρόδρομος να το κάνω αυτό, καθώς και την αιτία, που δεν είχε λειώσει προηγουμένως ο συγχωριανός μας).Φθάνω λοιπόν στην Κέρκυρα τον Οκτώβριο του 1958, και εκεί συνέχεια βροχές. Ο Ιερεύς του Κοιμητηρίου μου είπε ή να πάω ξανά άλλη εποχή ή να παραμείνω μέχρι να σταματήσουν οι βροχές. Του είπα: «Θα έρθω αύριο το πρωί στο Κοιμητήρι και ο Πατήρ θα βοηθήση». Την επομένη το πρωί ξεκίνησα με κατακλυσμό, αλλά μόλις έφθασα στο Κοιμητήρι, έπαψε αμέσως η δυνατή εκείνη βροχή και 14] βγήκε και ο ήλιος. Έγινε με καλωσύνη η εκταφή του, διάβασε και το Τρισάγιο ο Ιερεύς, και φεύγοντας με τα Λείψανα, άρχισε πάλι η δυνατή βροχή να συνεχίζη. Ο Ιερεύς τότε μου είπε: «Ο Πατήρ έκανε το θαύμα του».

Έφθασα μετά στο ξενοδοχείο. Τοποθέτησα τα Λείψανα στο μαξιλάρι μου και άνοιξα το καπάκι της βαλίτσας, που τα είχα μέσα, για να τα βλέπω, και γονατιστός προσευχόμουν. Όταν είχε νυχτώσει πια, άναψα το φως, για να τα βλέπω και στην συνέχεια της νυκτός και να προσεύχωμαι. Στις εννέα με δέκα η ώρα το βράδυ (ώρα κοσμική), ενώ προσευχόμουν γονατιστός, άκουσα μια φωνή άγρια να με απειλή και να μου λέγη: «Τι Λείψανα είναι αυτά»; και μια δύναμη ένιωσα να ορμάη επάνω μου, χωρίς να βλέπω ολόκληρο σώμα· δυο χέρια μαύρα και άγρια να με σφίγγουν γερά, για να με πνίξουν. Εκείνη την στιγμή που κινδύνεψα, δεν ξέρω πώς μου ήρθε, φώναξα δυνατά: «Άγιε Αρσένιε βοήθησε με!». Αμέσως τότε ένιωσα μια άλλη δύναμη, ενός αθλητού, να αρπάζη εκείνα τα φοβερά χέρια και να τα πετάη πέρα και να με ελευθερώνη. Η καρδιά μου πια τότε χτυπούσε γλυκά, και συνέχισα την προσευχή μου με ευλάβεια περισσότερη προς τον Πατέρα Αρσένιο, και την επομένη έφυγα για την Κόνιτσα με τα Λείψανα του. Το γεγονός αυτό το είχα πη τότε μόνο σε δύο άτομα πνευματικά, διότι φοβήθηκα μήπως το μάθουν περισσότεροι και οι γυναίκες από αδιάκριτη ευλάβεια μετά πλέξουν και παραμύθια.Το ότι ήταν Άγιος ο Πατήρ Αρσένιος, για μένα δεν υπήρχε καμμία αμφιβολία. Εάν θα έπρεπε ή δεν θα έπρεπε να κάνη και πάλι θαύματα μετά τον θάνατο του, ούτε και αυτό με απασχόλησε ποτέ, διότι αυτά είναι θέματα του Θεού και όχι δικά μου. Ο Θεός δεν έχει ανάγκη από την δική μας βοήθεια για τα θαυμαστά Του έργα, διότι είναι Θεός. Βλέπουμε και στο Ευαγγέλιο ακόμη ότι η Κεχαριτωμένη Θεοτόκος δεν προετοίμασε καθόλου τον κόσμο, αλλά έκανε υπομονή, μέχρι που μίλησε ο ίδιος ο Χριστός και τους τα είπε καλύτερα με θαύματα. Εάν λοιπόν είχε παρουσιάσει ένα ή δύο σημεία ο Πατήρ στην εκταφή του, αυτά ίσως να ήταν αποκλειστικά μόνο για μένα, για να με τονώση και να μου διώξη και την μεγάλη μου αμέλεια.Αυτό που έπρεπε να κάνω εγώ, ήταν να γράψω ό,τι γνώριζα για τον Πατέρα Αρσένιο. Εκτός από αυτά που είχα ακούσει από τον γερο-Πρόδρομο, φυσικά και από τους γονείς μου, θα έπρεπε να συγκεντρώσω στοιχεία και από άλλους Φαρασιώτες, που ήταν στην Κόνιτσα και σε άλλα μέρη της Ελλάδος εγκατεστημένοι, διότι αργότερα, και να ήθελε κανείς να συγκεντρώση πληροφορίες, θα ήταν αδύνατο, γιατί οι γέροι συγχωρούνται και φεύγουν ένας–ένας για την μόνιμη πατρίδα όλων μας. Επί παραδείγματι, το 1958, που είχα πάει τα Λείψανα του Πατρός Αρσενίου στην Κόνιτσα, από τους παλαιούς Φαρασιώτες μόνον οι δύο Πρόδρομοι (ο Κορτσινόγλου και ο Εζνεπίδης ) ζούσαν, καθώς και τέσσερις ευλαβέστατες γριούλες, που και αυτές αξιώθηκαν να πάρουν την ευλογία και από τα Λείψανα του.Τα Λείψανα του Πατρός Αρσενίου, το 1970, από την Κόνιτσα τα μετέφερα στο νεόκτιστο Γυναικείο Ιερό Ησυχαστήριο του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, που βρίσκεται στην Σουρωτή της Θεσσαλονίκης. Επειδή ο Ναός του Κοιμητηρίου δεν είχε κτισθή ακόμη, για να τοποθετηθούν στο Οστεοφυλάκιο, τοποθετήθηκαν προχείρως κάτω από την Αγία Τράπεζα του Καθολικού Ναού. Τα δε κλειδιά του μπαούλου τα είχε η Γερόντισσα Φιλοθέη, μέσα σε φάκελλο κλειστό να τα φυλάξη, με εντολή να μην τον πειράξη κανείς, μόνον εάν τα ζητούσα ο ίδιος, τότε να μου τα δώση.Έμειναν αθόρυβα στο μπαούλο τα Λείψανα, χωρίς να γνωρίζη κανείς – η Ηγουμένη και η Εκκλησάρισσα, νόμιζαν ότι έχει Ιερά Άμφια. Το 1970 όμως συνέβησαν μερικά γεγονότα. Είχε παρουσιασθή σε μία αδελφή ο Πατήρ Αρσένιος, καθώς και σε άλλη – όπως θα αναφέρω λεπτομερώς –, και ο Πνευματικός, όταν τα έμαθε, αφού θόλωσε τα νερά στις αδελφές για να μη βλαφθούν, επικοινώνησε μαζί μου. Του απάντησα και πάλι να τα αφήσουμε στον Θεό, χωρίς να γίνη λόγος.Αναφέρω λοιπόν τι ακριβώς συνέβησαν, όπως μου τα έγραψαν και οι ίδιες οι αδελφές και μου τα ωμολόγησαν και αργότερα που τις συνάντησα. Πρώτα εμφανίστηκε στη δόκιμο Μοναχή Βασιλική Σταλημένη, ως εξής, καθώς μου διηγήθηκε: «Ήτο τρίτη ημέρα των Χριστουγέννων· ημέρα Κυριακή 18] 27-12-1970, και εγώ ήμουν αφωσιωμένη στην Θεία Λειτουργία, την ώρα του Χερουβικού, εκτός από τον Ιερέα, που προσευχόταν στην Αγία Τράπεζα, βλέπω και άλλον Ιερέα με λευκά Άμφια να προσεύχεται και να κάνη μετάνοιες στα δεξιά της Αγίας Τραπέζης. Απόρεσα στην αρχή, τί συμβαίνει, και πότε ήρθε ο δεύτερος Ιερεύς! Ξανά βλέπω και πάλι στην ίδια θέση να κάνη μετάνοιες συνεχώς, οπότε δεν μπόρεσα να κρατήσω σ’ αυτό το Θεϊκό όραμα και κάθησα στο στασίδι, για να μη πέσω». (Εκεί ακριβώς στα δεξιά της Αγίας Τραπέζης από κάτω ήταν το μπαούλο με τα Λείψανα του Πατρός Αρσενίου).

Στην ίδια αδελφή Βασιλική είχε συμβή και κάτι άλλο, και το γράφω και αυτό, όπως η ίδια μου το ανέφερε: «Δεύτερη φορά στις 17-5-1971 ήμουν σε αγρυπνία με άλλες δύο αδελφές, και όταν αρχίσαμε να ψάλλωμε τους Χαιρετισμούς της Παναγίας, στα δύο τελευταία τροπάρια, ακουγόταν ανδρική ψαλμωδία μέσα από το Ιερό. Στην αρχή σταμάτησα να ψάλλω, για να βεβαιωθώ καλύτερα γι’ αυτό που ακουγόταν, και οι αδελφές νομίζανε ότι έχασα την σειρά από τα τροπάρια και μου δείχνουν που βρισκόμαστε· εγώ δεν είπα τίποτε, κούνησα μόνο το κεφάλι μου ότι κατάλαβα, οπότε βρισκόμαστε στο τέλος».

Στην άλλη δε αδελφή, που έχω αναφέρει, την Εκκλησάρισσα (Μαρία Παντέλογλου), όπως η ίδια ανέφερε, συνέβη το εξής, όχι σε όραμα, όπως στην Βασιλική, αλλά σε όνειρο. Έβλεπε ότι έβγαινε πολύς καπνός από την Μονή, χωρίς να έχουν υψωθή φλόγες πυρκαγιάς· και ενώ ανησυχούσαν όλοι, άκουσε να της λέγουν: «Μην ανησυχείτε, ο Αρσένιος αφού είναι εκεί, δεν θα αφήση να καή το Μοναστήρι». (Είναι αλήθεια, ότι εκείνες τις ημέρες ο ανθρωποκτόνος από φθόνο είχε στοιβάξει έξω από το Ησυχαστήριο ξύλα και προσανάμματα, συκοφαντίες, για να κάνη κακό). Στην συνέχεια της είπαν και τα εξής: «Γιατί τα οστά του Πατρός Αρσενίου τα έχετε τόσο απέριττα;». Η Μαρία, παρ’ όλο που δεν γνώριζε, απάντησε: «Πώς τα έχουμε απέριττα, αφού τα έχουμε μέσα στο Ιερό και ανάβουμε κανδήλι;». (Πράγματι, τότε το μπαούλο που είχε τα Λείψανα ήταν πολύ απλό).

Στην ίδια Μαρία παρουσιάσθηκε και αργότερα, αφού έμαθε για τα Ιερά Λείψανα, μια νύχτα. Ενώ δεν ήταν κανείς άλλος, την ώρα που άναβε τα κανδήλια, είδε στην πόρτα την μεγάλη της Εκκλησίας να στέκεται ένας Κληρικός και μετά χάθηκε μπροστά στα μάτια της. Και κάποτε που υπέφερε πολύ από δυνατούς πόνους των νεφρών, επικαλέσθηκε τον Πατέρα Αρσένιο και έγινε καλά.Όλα λοιπόν αυτά, όταν τα έμαθα, μπήκα σε λογισμούς να συγκεντρώσω, το συντομώτερο, όσα στοιχεία μπορούσα για τον Πατέρα Αρσένιο και να γράψω τον βίο του.Από το 1964 είχα αναθέσει στον αδελφό μου Λουκά, στην Κόνιτσα, να μου συγκεντρώνη και αυτός στοιχεία ή δια της προσωπικής του επαφής με τους άλλους συγχωριανούς μας, που είναι σκορπισμένοι αλλού, ή και δι’ αλληλογραφίας, για να βρίσκωνται γραμμένα. Μεταξύ των άλλων συγχωριανών, είχε στείλει και ο παπα-Θεόδωρος ο Θεοδωρίδης (του Φκοσώτη) τις περισσότερες πληροφορίες, που ο ίδιος είχε συγκεντρώσει στο Μοσχάτο των Αθηνών από άλλους – διότι αυτός ήταν μικρός στην Πατρίδα – και τις έστειλε στον Λουκά. Ο ευλογημένος όμως αυτός άνθρωπος, εκτός που αποσιώπησε τα πολλά θαύματα, που έκανε εν τη ζωή του ο Πατήρ Αρσένιος στην Πατρίδα μας, αναφέρει γενικά μόνον, ότι διάβαζε αρρώστους και γίνονταν καλά. Αλλά και πολλά σημεία δεν συμφωνούν με την πραγματικότητα. Ακόμη πρόσθεσε και ένα βλάσφημο σημείωμα δύο Φαρασιωτών. Όταν λοιπόν είχε διαβάσει στον γέρο πατέρα μας ο Λουκάς τα γραφτά του παπα-Θεόδωρου, ο γέρος κούνησε το κεφάλι του για μερικά παράξενα που άκουσε. Στενοχωρέθηκε φυσικά τότε, γιατί ο ίδιος γνώριζε πολύ καλά τον Πατέρ Αρσένιο – επί εικοσιτέσσερα χρόνια συνέχεια Πρόεδρος στα Φάρασα είχε άμεση επαφή μαζί του, όπως συνήθως συμβαίνει στα χωριά «ο Παπάς και ο Πρόεδρος», αλλά και για ένα λόγο παραπάνω στα δύσκολα εκείνα χρόνια μέσα στους Τούρκους. Ο Λουκάς, επειδή δεν τον είδε αναπαυμένο τον γέρο, θεώρησε καλό να πάρη μόνον ωρισμένα στοιχεία από αυτές τις πληροφορίες και να μου τα στείλη.

Τον παπα-Θεόδωρο τον είχα συναντήσει και εγώ προσωπικά στο Αιγάλεω, καθώς και μερικούς άλλους συμπατριώτες μου στο Μοσχάτο το 1962. Είναι αλήθεια ότι είχα ιδή να δείχνουν μία μεγάλη αδιαφορία για τον Πατέρα Αρσένιο τα περισσότερα μέλη του Συλλόγου τους και δεν μπόρεσα να το εξηγήσω τότε. Συγκεκριμένα ζήτησα πληροφορίες από πρωτοσυνεργάτη του Συλλόγου, να μου πη ό,τι γνωρίζει για τον Πατέρα Αρσένιο, και εκείνος μου απάντησε· «πάτερ Παΐσιε, δεν θα πρέπη να αναφέρουμε καθόλου για τον Πατέρα Αρσένιο, για να προβάλουμε τον Παΐσιο Β’, τον πατριώτη μας, που ήταν και Μητροπολίτης Καισαρείας, για να λάβη τότε ο Σύλλογος μας μεγάλη αξία». Όταν το άκουσα αυτό, παραξενεύθηκα για τον πολύ κοσμικό τρόπο, που σκέφτονται αυτοί οι άνθρωποι!

Το 1971 πήγα στην Κόνιτσα και βρήκα στον Λουκά όλα τα γραφτά του παπα-Θεόδωρου. Μ’ αυτά πέρασα από την Αθήνα και τον συνάντησα στο Αιγάλεω· τον ευχαρίστησα για τις πληροφορίες του, αλλά και του είπα και τα παράπονα μου, για το ότι αποσιώπησε τα θαύματα του Πατρός. Εκείνος απέφευγε να μου απαντήση, και τελικώς μου έδωσε την βιογραφία του Μητροπολίτου Παϊσίου Β’. Τότε μόνο κατάλαβα ότι ο Σύλλογος των Φαρασιωτών στο Μοσχάτο έχει άλλα ενδιαφέροντα. Έλεγξα τότε γι’ αυτά τον παπα-Θεόδωρο και τον πείραξε η συνείδηση του· μου υποσχέθηκε μάλιστα ότι αυτή την φορά θα συγκεντρώση από τα θαύματα, που έκανε στην Πατρίδα μας ο Πατήρ Αρσένιος, και θα μου τα στείλη. (Ακόμη όμως δεν μου έστειλε τίποτε· φαίνεται συναντά δυσκολία από άλλους). Ο ίδιος διηγήθηκε ένα θαύμα, που είδε μόνος του, για μια δαιμονισμένη γυναίκα, την οποία είχαν φιλοξενήσει 22] στο σπίτι του και πρώτα, και μετά, θεραπευμένη από τον Χατζηεφεντή.

Ακόμη και ο πρωτοσυνεργάτης Αβραάμ Ψαρόπουλος, όταν ελέγχθηκε και αυτός, μου ωμολόγησε ένα θαύμα του Πατρός Αρσενίου, στο οποίο ήταν αυτόπτης και ο ίδιος, για μια τυφλή γυναίκα Χριστιανή, την οποία είχε διαβάσει στο τέλος της Θείας Λειτουργίας ο Χατζηεφεντής, αφού έφυγε ο πολύς κόσμος και είχαν μείνει ο ψάλτης Πρόδρομος, οι επίτροποι και τα παιδιά που υπηρετούσαν. Την ώρα που της διάβαζε το Ευαγγέλιο μπροστά στην Ωραία Πύλη, για μια στιγμή φάνηκε ένα πολύχρωμο φως σαν το ουράνιο τόξο να καλύπτη τον Πατέρα Αρσένιο και την τυφλή, που ήταν γονατιστή. Εκείνη την στιγμή ήρθε το φως της.

Από όλο το πνεύμα του Συλλόγου κατάλαβα πως αποσιωπούσαν επίτηδες τον Πατέρα Αρσένιο, για να μη μειωθή ο Μητροπολίτης Παΐσιος ο Β’, ο οποίος είχε κοινωνική δράση και ενεργούσε όλο με το δυνατό του μυαλό. Ο Πατήρ Αρσένιος όμως είχε Χάρι Θεού με θεία ενέργεια, και ενεργεί, και δεν μπορούν οι άνθρωποι να εμποδίσουν την φωνή του Θεού. Έφυγα μετά λυπημένος από το Μοσχάτο και έκανα σύγκριση τους ανθρπώπους του Συλλόγου με τους άλλους Φαρασιώτες, που είχα συναντήσει στην Θεσσαλονίκη το 1947, οι οποίοι είχαν κατεβή από τα χωριά της Δράμας με τα γεγονότα των Βουλγάρων. Διέκρινε κανείς σ’ αυτούς (τους εκ Δράμας) μέσα στην μεγάλη τους απλότητα, να διατηρούν ακόμη όλο εκείνο το Ανατολίτικο άρωμα της ευλαβείας. Από 23] αυτούς ο Ιωάννης Κυρκαλάς, ο Μελέτιος Κελεκίδης και άλλοι έδωσαν πολύτιμες πληροφορίες, τις οποίες συγκέντρωσε ο Λάζαρος Κελεκίδης, γύρω από την ζωή του Πατρός Αρσενίου, και μου τις έστειλε το 1971.

Την ίδια χρονιά, που ξαναπέρασα με σκοπό να συγκεντρώσω περισσότερες μαρτυρίες για τον Πατέρα Αρσένιο, δυστυχώς οι γέροι, σχεδόν όλοι, είχαν συγχωρεθή και παρουσιάζονταν σαν γέροι οι νεώτεροι, που είχαν έρθει από την Πατρίδα μας. Από αυτούς δε είχα πληροφορηθή και για κάποιο συγγενή του Πατρός Αρσενίου, που έμενε στην Δράμα, τον Πρόδρομο Αρτσίδη ή Αννητσαλήχο. Πήγα στην Δράμα, αλλά δεν βρήκα ούτε τα παιδιά του, διότι αυτά μόνο ζούσαν και αυτά ήταν σκορπισμένα.Στην Χωριστή της Δράμας είχα συναντήσει την πρώτη φορά, το 1971, δύο ευλαβέστατα και αξιόλογα Γεροντάκια, τον Βασίλειο Καρόπουλο και τον Μωυσή Κογλανίδη (του Παγκλού ή Κχούτη), ο οποίος ήταν και συγγενής του Πατρός Αρσενίου, και μάλιστα ήταν ένας από τους συνοδούς του στην ποδαρόδρομη πορεία, όταν φεύγαμε με την Ανταλλαγή. Από τους δύο αυτούς γέρους έμαθα και για τους άλλους δύο συνοδούς του Πατρός. Ο μεν ένας είχε συγχωρεθή (ο Σαράντης Τσοπουρίδης), ο δε άλλος (ο Σολομών Κοσκερίδης) βρισκόταν στο Παλαιοχώρι Παγγαίου, με τον οποίο είχα έρθει σε επαφή δι’ αλληλογραφίας το 1971. Και το 1972, που πήγα ξανά στα χωριά της Δράμας, πέρασα και τον συνάντησα, και από αυτόν έμαθα για τον Ανέστη 24] Καραούσογλου, που μένει στην Πετρούσα ,ο οποίος μου έδωσε πολλές πληροφορίες με σαφήνεια. Επίσης άλλους δύο σοβαρούς Φαρασιώτες γνώρισα στο Πλατύ της Θεσσαλονίκης, το 1971, με ευλάβεια και φόβο Θεού, οι οποίοι μου έδωσαν αρκετές πληροφορίες, τον Κωνσταντίνο Κουλά και τον Συμεών Καραούσογλου.

Από το Πλατύ πήγα στην Κόνιτσα, με σκοπό να πάρω τα βιβλία του Πατρός Αρσενίου, τα οποία είχε φυλαγμένα ο υιός του Προδρόμου Δημήτριος. Εκεί συζήτησα και με μαθητάς του Πατρός Αρσενίου, καθώς και με τον ευλαβέστατο Αναγνώστη του, Κυριάκο Σεφερίδη. Δυστυχώς από τα βιβλία του Πατρός είχε χαθή μια φυλλάδα με χρησμούς δικούς του, η οποία και με ενδιέφερε περισσότερο, διότι ανέφερε πολλά· εκτός από το ξερρίζωμα του χωριού μας, έγραφε και γενικώτερα για πολέμους και συμφορές. Θυμάμαι επί παραδείγματι, το 1937, που μας την διάβαζε ο γερο-Πρόδρομος, ότι έλεγε· «το 1941 τα αρνιά του Πάσχα θα είναι μαύρα». Όλοι μας τότε που το ακούσαμε, νομίζαμε ότι θα γεννήσουν οι προβατίνες μαύρα αρνιά εκείνο τον χρόνο. Όταν έγινε ο πόλεμος του 1940-41 και είχαμε κάνει το μαύρο εκείνο Πάσχα, τότε καταλάβαμε την προφητεία του. Την φυλλάδα αυτή την είχε κάποιος για να την διαβάση, και μετά από αφέλεια έκοβε κομματάκια και έδινε ως φυλαχτά σε αρρώστους Φαρασιώτες, που του ζητούσαν με ευλάβεια λίγο από το χαρτί του Χατζεφεντή, για να έχουν την ευχή του.

Επίσης λυπήθηκα που χάθηκε και το Αρχείο του πατέρα μου. Ασφαλώς θα εύρισκα και σ’ αυτό σχετικές πληροφορίες, αλλά αυτό δεν έβλαψε την προσπάθεια μου· ήμουν εφωδιασμένος πια με αρκετά στοιχεία, διότι μου έλεγε ο λογισμός, ότι με τις μαρτυρίες των πολλών θα πέση περισσότερο φως, το οποίο φως είναι η αλήθεια. Βοηθήθηκα πολύ απ’ όλους, για να κάνω κατά κάποιο τρόπο το λίχνισμα των πληροφοριών και να μείνη μόνο το καθαρό σιτάρι στην σακκούλα των στοιχείων, η οποία θα έμενε και αυτή φυλαγμένη μέσα στο μπαούλο με την άλλη σακκούλα των Ιερών Λειψάνων του Πατρός. Με το κοσκίνισμα πετάχθηκαν μερικά «λαθύρια», που είπαν για τον Πατέρα Αρσένιο, όσοι δεν μπόρεσαν να τον καταλάβουν τον Άγιο Πατέρα ή έκαναν σύγχυση γύρω από το πρόσωπο του και αμάρτησαν, ίσως όχι από κακή πρόθεση.

Τις μαρτυρίες που συγκέντρωσα, τις άκουσα κυρίως από απλούς ευλαβείς ανθρώπους. Ο σκοπός μου φυσικά δεν ήταν να κάνω επιστημονική εργασία, αλλά να συγκεντρώσω μόνον τον πνευματικό του πλούτο, για να τραφή καμμιά ψυχή. Εάν έβρεχε ή χιόνιζε την ημέρα που γεννήθηκε ή εάν ο Τούρκος τζανταρμάς ήταν από το Γιάχ-Γυαλί ή από την Νίγδη, ούτε και αυτό με ενδιέφερε. Όπως αναφέρω σ’ ένα γεγονός παρακάτω, είχα γράψει τον βίο του Πατρός Αρσενίου και προηγουμένως, το 1971, με λιγώτερες μαρτυρίες, και τον είχα δώσει στην Ιερά Μονή Σταυρονικήτα, στον Ηγούμενο πατέρα Βασίλειο και στον πατέρα Γρηγόριο να μου τον διορθώσουν κιόλας. Αλλά εκείνοι μου είχαν πει να μείνη όπως είναι, μόνο να γράψω μερικές εξηγήσεις και πώς τον γνώρισα τον Πατέρα Αρσένιο. Αφού λοιπόν συμπλήρωσα με τις περισσότερες μαρτυρίες τον βίο και τα θαύματα του Πατρός Αρσενίου, γράφω τώρα και το πρώτο μέρος του βιβλίου· μόνον που διόρθωσαν τα ατέλειωτα ορθογραφικά μου λάθη, για να μην αηδιάσουν οι αναγνώστες.

Ὁ Γέρων Χατζη – Γεώργης ὁ Ἁθωνίτης, 1809 – 1886, Ἱερὸν Ἡσυχαστήριον «Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ὁ Θεολόγος», Σουρωτὴ Θεσσαλονίκης, 11η ἀνατύπωση 2010.

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Οι απόγονοι πάντοτε έχουν ιερό καθήκον να γράφουν τα θεία κατορθώματα των Αγίων Πατέρων της εποχής τους και τον φιλότιμο αγώνα που έκαναν, για να πλησιάσουν στον Θεό. Φυσικά, με το να γράφουμε για τους Αγίους μας, πάλι εμείς ωφελούμαστε, διότι μ’ αυτόν τον τρόπο τους θυμώμαστε και προσπαθούμε να τους μιμηθούμε, και οι Άγιοι τότε συγκινούνται περισσότερο και μας βοηθούν, για να φθάσουμε και εμείς κοντά τους.

Εάν λοιπόν για τις αρετές των δικαίων ψυχών (Αγίων Πατέρων μας) πρέπει να μιλάμε και να γράφουμε, πόσο μάλλον δεν πρέπει να αμελούμε ή να σιωπούμε για τις ψυχές των δικαίων, αλλά και πολύ αδικημένων Αγίων Πατέρων μας, που ταλαιπωρήσαμε με διωγμούς και εξορίες εμείς οι ταλαίπωροι άνθρωποι με τις ανθρώπινες αδυναμίες μας, ζήλειες, φθόνους! …

Οι άδικοι, εάν μετανοήσουν ειλικρινά, σώζονται και αυτοί. Ενώ οι αδικημένοι σώζονται, αλλά και ανταμείβονται και είναι τα πιο αγαπημένα παιδιά του Θεού! «Κύριος αγαπά δικαίους» (Ψαλμ. 145). Η Αγία Γραφή συνέχεια εγκωμιάζει τις ψυχές των δικαίων, και των δικαίων οι προσευχές εισακούονται. «Πολύ ισχύει δέησις δικαίου ενεργουμένη» (Ιάκ. ε’, 16).

Μεταξύ λοιπόν των αδικημένων Πατέρων της Εκκλησίας μας είναι και ο Οσιώτατος Πατήρ Γεώργιος ο Χατζη-Γεώργης, ο οποίος είναι ένας σύγχρονος Άγιος της εποχής μας, αλλά, μπορούμε να πούμε, και μεγάλος Άγιος ανάλογα με την εποχή μας.

Είχε αφήσει μεγάλο όνομα ο Γέροντας! «Μεγάλος ασκητής και πολύ νηστευτής», έλεγαν. Άφησε δε και το όνομα του ακόμη ως επίθετο για τους πολύ νηστευτάς· «Αυτός είναι Χατζη-Γεώργης!», έλεγαν.

Όταν είχα έρθει στο Άγιον Όρος και γύριζα μέσα στο Περιβόλι της Παναγίας, όπως συνήθως όλοι οι αρχάριοι, για να βρω τα αρωματισμένα λουλούδια της Παναγίας (Αγίους Γεροντάδες) και να πάρω λίγη πνευματική γύρη, απ’ όλους θα άκουγα να μιλάνε με πολλή ευλάβεια και θαυμασμό για τον Χατζη-Γεώργη! Όλα αυτά που άκουγα τότε, με έκαναν να τον ευλαβούμαι πιο πολύ και να ενδιαφερθώ περισσότερο. Γι’ αυτό ήρθα σε επαφή με εγγόνους του (δηλαδή των υποτακτικών του υποτακτικούς), καθώς και με πατριώτες του Καππαδόκες, όπως με τον Πατέρα Στέφανο της Ι. Μονής Εσφιγμένου, τον Γέρο-Βασίλειο τον Καρακαλληνό, τον Παπα-Σεραφείμ τον Αγιογράφο και άλλους κοντοχωριανούς του Γέροντα Χατζη-Γεώργη.

Όσα λοιπόν μάθαινα τότε, τα σημείωνα στην μνήμη μου για να ωφεληθώ, και τώρα χρειάστηκε να τα σημειώσω και σε τετράδιο, για να ωφεληθή και καμμιά άλλη ψυχή. Βρήκα δε και πολλά στοιχεία από ευλαβείς Ρώσους, που είχαν γράψει, όχι μόνο για τον Χατζη-Γεώργη, αλλά και για τον Γέροντα του, ακόμη και για τον Πνευματικό του Παππού τον Γερο-Αυξέντιο. Μου έδωσε επίσης και ο ησυχαστής Ρώσος Παπα-Αντώνης, ο Καρουλιώτης, αρκετά στοιχεία.

Φυσικά, ό,τι και να γράψη κανείς, θα είναι πάλι λίγα για τον πολύ Χατζη-Γεώργη! Την ευχή του να έχουμε. Αμήν.