ΠΕΡΙ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ & ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΩΣ

ΠΕΡΙ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ – ΤΕΤΡΑΔΙΟ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΠΑΪΣΙΟΥ (doc, pdf)

Περὶ Μετανοίας #1

  1. Οὐ βούλομαι τὸν θάνατον τοῦ ἀσεβοῦς, ὡς ἀποστρέψαι τὸν ἀσεβὴ ἀπὸ τῆς ὁδοῦ αὐτοῦ καὶ ζῆν αὐτόν.

«Προφ. Ἰεζεκιήλ»

  1. Δὲν ἐπιθυμῶ τὸν θάνατο τοῦ ἀσεβοῦς, παρὰ μόνο νὰ τὸν ἀποστρέψω ἀπὸ τὸν ἁμαρτωλό του δρόμο καὶ νὰ ζήσει εὐσεβῆ ζωή.
  1. Οὐ γὰρ ἦλθον καλέσαι δικαίους, ἀλλά ἁμαρτωλοὺς εἰς μετάνοιαν.

«Ματθ. Θ’ 13»

  1. Δὲν ἦρθα γιὰ νὰ καλέσω τοὺς δίκαιους, ἀλλὰ τοὺς ἁμαρτωλοὺς στὴ μετάνοια.
  1. άν τις πὲσῃ εἰ οἰανδήποτε ἁμαρτίαν, καὶ μὴ λυπηθη κατ’ ἀναλογίαν τοῦ σφάλματος, εὐχερῶς πάλιν τῷ αὐτῷ περιπίπτει δικτύῳ.

«Ὁσίου Μάρκου»

  1. Ἂν κάποιος ὑποπέσει σὲ κάποια ἁμαρτία χωρὶς νὰ λυπηθεῖ σύμφωνα μὲ τὸ μέγεθος τοῦ σφάλματός του, πάλι θὰ πέσει μὲ τὴν πρώτη εὐκαιρία στὸ δίχτυ της.
  1. στις λογίζεται τὰ ἁμαρτήματα αὐτοῦ μικρὰ καὶ ποταπά, πίπτει εἰς ἄλλα μεγαλύτερα καὶ χειρότερα τῶν πρώτων καὶ ἑπταπλασίως θέλει τιμωρηθῇ.

«Ὁσίου Ισαάκ»

  1. Ὅποιος θεωρεῖ ὅτι οἱ ἁμαρτίες του εἶναι μικρὲς καὶ τιποτένιες, πέφτει σὲ ἄλλες, κατὰ πολὺ μεγαλύτερες καὶ χειρότερες ἀπὸ τὶς πρῶτες, καὶ ἔτσι θὰ τιμωρηθεῖ ἑπτὰ φορὲς περισσότερο.
  1. Τὸ πρώτιστον ἔργον, ὁποὺ χρεωστεῖ νὰ ποιῇ καθ’ ἑκάστην ὁ μετανοῶν, εἶναι νὰ κλαίῃ τὰς ἁμαρτίας του.

«Ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κλίμακος»

  1. Τὸ πρῶτιστο ἔργο, ποὺ ὀφείλει νὰ κάνει καθημερινὰ ὁ μετανοημένος ἄνθρωπος, εἶναι νὰ θρηνεῖ τὶς ἁμαρτίες του.
  1. Λούσω καθ’ ἑκάστην νύκτα τήν κλίνην μου, ἐν δάκρυσί μου τήν στρωμνήν μου βρέξω.

«Δαβίδ, ψαλ. 6»

  1. Κάθε νύχτα θὰ λούζω στὰ δάκρυα τὸ κρεβάτι μου, θὰ βρέχω τὸ στρῶμα μου μὲ τὰ δάκρυά μου.
  1. σπερ τὸ ὕδωρ ἐξαλείφει τὰ γράμματα, οὕτω τὸ δάκρυον ἐξαλείφειν τά πταίσματα δύναται.

«Ἁγίων Πατέρων»

  1. Ὅπως ἀκριβῶς τὸ νερὸ ἐξαλείφει τὰ γράμματα, ἔτσι καὶ τὸ δάκρυ μπορεῖ νὰ ἐξαλείψει τὰ ἁμαρτήματά μας.
  1. Μετάνοια ἐστίν ἀνάκλησις βαπτίσματος, συνθήκη πρὸς Θεὸν δευτέρα βίου, αὐτοκατάκριτος λογισμός, θυγάτηρ ἐλπίδος, διαλλαγὴ Κυρίου, συνειδότος καθαρισμός.

«Ἁγίων Πατέρων»

  1. Ἡ μετάνοια εἶναι ἐπανάληψη τοῦ βαπτίσματος, δεύτερη συνθήκη ζωῆς πρὸς τὸν Θεό, αὐτοκατάκριτη σκέψη, κόρη ἐλπίδας, συμφιλίωση μὲ τὸν Κύριο, καθαρισμὸς τῆς συνείδησης.
  1. Τὰ δάκρυα δὲ εἶναι καθαρτήριον τῶν μεταγενεστέρων κακῶν ὁποὺ ἐπράξαμεν μετὰ τὸ βάπτισμα· κ’ ἐκεῖνο μὲν τὸ ἐμολύναμεν ἄπαντες.

«Ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κλίμακος»

  1. Τὰ δάκρυα εἶναι ὁ καθαρμὸς γιὰ τὶς ἁμαρτίες ποὺ κάναμε μετὰ τὸ Βάπτισμα, γιατί καὶ ’κεῖνο τὸ μολύναμε ὅλοι μας.
  1. Πλύνε τὰς παρειάς σου μὲ τὰ κλαύματα τῶν ὀμμάτων σου, ἵνα ἀναπαυθῇ εἰς σὲ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα καὶ καθαρίσῃ τὸν ρύπον τῆς καρδίας σου.

«Ὁσίου Ἰσαάκ»

  1. Πλύνε τὸ πρόσωπό σου μὲ τὰ δάκρυα τῶν ματιῶν σου, γιὰ νὰ κατοικήσει σὲ αὐτὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ νὰ καθαρίσει τὸν ρύπο τῆς καρδιᾶς σου.
  1. ρωτήθη ὁ ὅσιος Μιὼς ὑπὸ στρατευομένου, εἰ ἄρα δέχεται μετάνοιαν ὁ Θεός; Ὁ δὲ μετὰ τὸ κατηχῆσαι αὐτὸν ἐν πολλοῖς λόγοις, ἔφη· εἰπέ μοι, ἀγαπητέ, ἐὰν σχισθῇ σου τὸ χλαμύδιον, βάλλεις αὐτὸ ἔξω; Ἀπεκρίθη ἐκεῖνος· οὔ, ἀλλὰ ράπτω αὐτό· ἔφη ὁ γέρων· εἰ οὖν σὺ τοῦ ἱματίου φείδῃ, ὁ Θεὸς τοῦ ἰδίου πλάσματος οὐ φείσεται;

«Ἐν τῷ Γεροντικῷ»

  1. Ρωτήθηκε κάποτε ὁ Ὅσιος Μιὼς ἀπὸ ἕναν στρατιώτη, ἂν δέχεται ὁ Θεὸς τὴ μετάνοια. Ὁ Ὅσιος, ἀφοῦ πρῶτα ὁλοκλήρωσε τὴν κατήχηση τοῦ στρατιώτη μὲ πολλὰ λόγια, εἶπε: «Πές μου, ἀγαπητέ, ἂν σχισθεῖ ὁ μανδύας σου, τὸν πετᾶς;» Ἐκεῖνος εἶπε: «Ὄχι, τὸν ράβω». Εἶπε τότε ὁ Γέροντας: «Ἐὰν λοιπόν ἐσὺ λυπᾶσαι τὸ ροῦχο σου, ὁ Θεὸς δὲ θὰ δείξει οἶκτο στὸ δικό του πλάσμα;»
  1. Τέκνον ἥμαρτες, μὴ προσθῇς μηκέτι, καὶ περὶ τῶν προτέρων σου δεήθητι.

«Σοφ. Σειράχ»

  1. Παιδί μου, ἁμάρτησες, μὴν προσθέσεις ὅμως περαιτέρω ἁμαρτίες καὶ νὰ ζητᾶς μὲ μετάνοια τὴ συγχώρεση ἀπὸ τὸν Θεό.
  1. ν δέ, τὰ μὲν ὀπίσω ἐπιλανθανόμενος, τοῖς δὲ ἔμπροσθεν ἐπεκτεινόμενος…

«Φιλιππησίους γ’ 14»

  1. Ἕνα πράγμα ἔχω στὸ μυαλό μου, νὰ ξεχνάω αὐτὰ ποὺ ἔγιναν καὶ ἔχουν περάσει στὸ παρελθὸν καὶ νὰ ἁπλώνομαι συνεχῶς σὲ ἐκεῖνα ποὺ ἕπονται καὶ βρίσκονται μπροστά…
  1. δελφέ, μὴ εἴπῃς σήμερον ἁμαρτάνω καὶ αὔριον μετανοῶ, οὐ γὰρ ἔχεις τὸ ἀσφαλές· περὶ τῆς αὔριον τῷ Κυρίῳ μελήσει.

«Ἁγίου Ἐφραίμ»

  1. Ἀδελφέ, νὰ μὴ λὲς ὅτι σήμερα θὰ ἁμαρτήσεις καὶ αὔριο θὰ μετανοήσεις, γιατί δὲν ἔχεις τὴ σιγουριὰ ὅτι θὰ ζεῖς. Γιὰ τὴν αὐριανὴ ἡμέρα ὁ Κύριος μόνον γνωρίζει ἂν θὰ ζοῦμε.
  1. δελφὸς ἠρώτησεν τὸν ὅσιον Σισώην λέγων· τί ποιήσω, Πάτερ, ὅτι πέπτωκα; Λέγει αὐτῷ ὁ Ἅγιος· ἀνάστα πάλιν· ἔφη ὁ ἀδελφός, ἀνέστην καὶ πάλιν πέπτωκα· ἀπεκρίθη ὁ Ἅγιος· ἀνάστα πάλιν· καὶ ὁ ἀδελφὸς εἶπεν· ἕως πότε; Ὁ δὲ Ἅγιος· ἕως ἐν τῷ πτώματι· ἐν ᾧ γὰρ εὑρίσκεται ἄνθρωπος, ἐν αὐτῷ καὶ πορεύεται.

«Ἐν τῷ Γεροντικῷ»

  1. Ἕνας ἀδελφὸς ρώτησε τὸν Ἅγιο Σισώη λέγοντας τὰ ἑξῆς: «Τί πρέπει νὰ κάνω, Πάτερ, ἀφοῦ ὑπέπεσα σὲ ἁμαρτία;» Τοῦ ἀπαντᾶ ὁ Ἅγιος: «Σήκω πάλι». Λέει τότε ὁ ἀδελφός: «Σηκώθηκα καὶ πάλι ξανάπεσα». Ἀποκρίθηκε ὁ Ἅγιος: «Σήκω, μετάνιωσε ξανά». Καὶ ὁ ἀδελφὸς ρώτησε: «Ἕως πότε;» Καὶ τότε ὁ Ἅγιος τοῦ ἀπάντησε: «Γιὰ ὅσο θὰ εἶσαι πεσμένος». Γιατί ὅσο ὁ ἄνθρωπος βρίσκεται στὸν δρόμο τῆς πτώσεως, πρέπει νὰ βρίσκει πάντα καὶ τὸν δρόμο τῆς σωτηρίας.
  1. Μέμνησο διὰ παντὸς τῆς ἐξόδου σου καὶ μὴ ἐπιλάθῃ κρίσεως αἰωνίου, καὶ οὐκ ἔσται πλημμέλεια τῇ ψυχῇ σου.

«Ἁγίου Εὐαγρίου»

  1. Ἂν θέλεις νὰ διατηρεῖς τὴν ψυχή σου καθαρὴ ἀπὸ ἁμαρτίες, νὰ θυμᾶσαι πάντα τὴν ὥρα τοῦ θανάτου σου, καὶ νὰ μὴν ξεχάσεις ποτὲ τὴν ὥρα τῆς μελλοντικῆς κρίσεως ποὺ ἔρχεται.
  1. Μνήμη θανάτου ἀναγκαιότερον γραφῆς τῷ μετανοοῦντι.

«Μεγάλου Βασιλείου»

  1. Γι’ αὐτὸν ποὺ ἐπιζητεῖ τὴ μετάνοια, ἡ μνήμη τοῦ θανάτου θὰ πρέπει νὰ εἶναι ἀναγκαιότερη ἀπὸ τὴν ἐκμάθηση γραφῆς καὶ ἀνάγνωσης.
  1. ἐνθύμησις τοῦ θανάτου ἀναγκάζει τὸν ἄνθρωπον νὰ ἀπαρνῆται τὸ σῶμά του καὶ νὰ ἀποδιώκῃ ὅλας τὰς σωματικὰς ἐπιθυμίας.

«Ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κλίμακος»

  1. Ἡ μνήμη τοῦ θανάτου ἀναγκάζει τὸν ἄνθρωπο νὰ ἀπαρνηθεῖ τὸ σῶμα του καὶ ἐπιπλέον νὰ ἀποδιώκει ὅλες τὶς σωματικές του ἐπιθυμίες.
  1. Πολλοὶ λυπούμεθα ἐπὶ ταῖς ἁμαρτίαις, τὰς δὲ αἰτίας αὐτῶν ἡδέως καταδεχόμεθα.

«Ὁσίου Μάρκου»

  1. Πολλοὶ ἀπὸ ἐμᾶς λυπούμαστε γιὰ τὶς ἁμαρτίες ποὺ πράττουμε, τὶς αἰτίες ὅμως ποὺ τὶς δημιούργησαν μὲ εὐχαρίστηση τὶς ξαναφέρνουμε στὴ μνήμη μας.
  1. Πάντες γὰρ διὰ τῆς πλατείας βαδίζουσιν ὁδοῦ, πάντες εἰς τὰ παρόντα κεχήνασι πράγματα καὶ τῶν μελλόντων οὐδέποτε λαμβάνουσιν ἔννοιαν, ἀλλ’ εἰς μὲν τὰς σωματικὰς ἀπολαύσεις ἀδιαλείπτως ἐπείγονται, τὰς δὲ ψυχὰς ἐῶσιν ἐν λιμῷ κατατήκεσθαι· καὶ μυρία καθ’ ἑκάστην ἡμέραν λαμβάνοντες τραύματα οὐδέποτε αἴσθησιν ἔχουσιν τῶν ἐν οἷς εἰσὶ κακῶν, καὶ τῶν μὲν τοῦ σώματος ἕνεκα παθημάτων φοιτῶσι πρὸς τοὺς ταῦτα θεραπεύοντας καὶ μισθοὺς παρέχουσιν ὅτι μάλιστα πλείστους καὶ καρτερίαν ἐπιδείκνυνται πολλήν, καὶ τῆς ἐπιπόνου θεραπείας ἀνέχονται, ἵνα τὴν ἐκείνου ὑγείαν ὠνήσωνται· τῆς δὲ ψυχῆς κακῶς διακειμένης παντελῶς ἀμελοῦσι, καὶ τὴν ἀξιέραστον αὐτῆς ὑγείαν λαβεῖν οὐ σπουδάζουσι.

«Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου»

  1. Ὅλοι βαδίζουν στοὺς εὔκολους τοὺς δρόμους μεριμνώντας γιὰ τὰ προσωρινὰ πράγματα χωρὶς νὰ ἔχουν στὸν νοῦ τους τὰ μελλοντικά, τὰ αἰώνια, μὰ φροντίζουν συνεχῶς γιὰ τὶς ἀπολαύσεις τοῦ σώματος, τὶς ψυχές τους ὅμως, τὶς παραδίδουν στὴν πνευματικὴ πείνα. Καὶ ἐνῶ καθημερινὰ τραυματίζονται ἀπὸ τὶς πολλές τους ἁμαρτίες, δὲν ἀντιλαμβάνονται, δὲ νιώθουν τὸ κακὸ ποὺ ζεῖ μέσα τους· ἀντιθέτως, γιὰ τὶς σωματικές τους παθήσεις ἐφαρμόζουν μὲ καρτερία τὶς ἰατρικὲς συμβουλὲς καὶ πληρώνουν κάθε φορὰ πλεῖστα χρήματα ὑπομένοντας τὴν ἐπίπονη θεραπεία· γιὰ νὰ εὐεργετήσουν τὴν ὑγεία τοῦ σώματός τους, ἀμελοῦν παντελῶς γιὰ τὶς κακοπάθειες τῆς ψυχῆς καὶ δὲν φροντίζουν νὰ ἀποκτήσουν τὴν πολύτιμη ὑγεία της.