ΠΕΡΙ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ – ΤΕΤΡΑΔΙΟ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΠΑΪΣΙΟΥ (doc, pdf)
Περὶ Μετανοίας #1
- Οὐ βούλομαι τὸν θάνατον τοῦ ἀσεβοῦς, ὡς ἀποστρέψαι τὸν ἀσεβὴ ἀπὸ τῆς ὁδοῦ αὐτοῦ καὶ ζῆν αὐτόν.
«Προφ. Ἰεζεκιήλ»
- Δὲν ἐπιθυμῶ τὸν θάνατο τοῦ ἀσεβοῦς, παρὰ μόνο νὰ τὸν ἀποστρέψω ἀπὸ τὸν ἁμαρτωλό του δρόμο καὶ νὰ ζήσει εὐσεβῆ ζωή.
- Οὐ γὰρ ἦλθον καλέσαι δικαίους, ἀλλά ἁμαρτωλοὺς εἰς μετάνοιαν.
«Ματθ. Θ’ 13»
- Δὲν ἦρθα γιὰ νὰ καλέσω τοὺς δίκαιους, ἀλλὰ τοὺς ἁμαρτωλοὺς στὴ μετάνοια.
- Ἐάν τις πὲσῃ εἰ οἰανδήποτε ἁμαρτίαν, καὶ μὴ λυπηθη κατ’ ἀναλογίαν τοῦ σφάλματος, εὐχερῶς πάλιν τῷ αὐτῷ περιπίπτει δικτύῳ.
«Ὁσίου Μάρκου»
- Ἂν κάποιος ὑποπέσει σὲ κάποια ἁμαρτία χωρὶς νὰ λυπηθεῖ σύμφωνα μὲ τὸ μέγεθος τοῦ σφάλματός του, πάλι θὰ πέσει μὲ τὴν πρώτη εὐκαιρία στὸ δίχτυ της.
- Ὅστις λογίζεται τὰ ἁμαρτήματα αὐτοῦ μικρὰ καὶ ποταπά, πίπτει εἰς ἄλλα μεγαλύτερα καὶ χειρότερα τῶν πρώτων καὶ ἑπταπλασίως θέλει τιμωρηθῇ.
«Ὁσίου Ισαάκ»
- Ὅποιος θεωρεῖ ὅτι οἱ ἁμαρτίες του εἶναι μικρὲς καὶ τιποτένιες, πέφτει σὲ ἄλλες, κατὰ πολὺ μεγαλύτερες καὶ χειρότερες ἀπὸ τὶς πρῶτες, καὶ ἔτσι θὰ τιμωρηθεῖ ἑπτὰ φορὲς περισσότερο.
- Τὸ πρώτιστον ἔργον, ὁποὺ χρεωστεῖ νὰ ποιῇ καθ’ ἑκάστην ὁ μετανοῶν, εἶναι νὰ κλαίῃ τὰς ἁμαρτίας του.
«Ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κλίμακος»
- Τὸ πρῶτιστο ἔργο, ποὺ ὀφείλει νὰ κάνει καθημερινὰ ὁ μετανοημένος ἄνθρωπος, εἶναι νὰ θρηνεῖ τὶς ἁμαρτίες του.
- Λούσω καθ’ ἑκάστην νύκτα τήν κλίνην μου, ἐν δάκρυσί μου τήν στρωμνήν μου βρέξω.
«Δαβίδ, ψαλ. 6»
- Κάθε νύχτα θὰ λούζω στὰ δάκρυα τὸ κρεβάτι μου, θὰ βρέχω τὸ στρῶμα μου μὲ τὰ δάκρυά μου.
- Ὥσπερ τὸ ὕδωρ ἐξαλείφει τὰ γράμματα, οὕτω τὸ δάκρυον ἐξαλείφειν τά πταίσματα δύναται.
«Ἁγίων Πατέρων»
- Ὅπως ἀκριβῶς τὸ νερὸ ἐξαλείφει τὰ γράμματα, ἔτσι καὶ τὸ δάκρυ μπορεῖ νὰ ἐξαλείψει τὰ ἁμαρτήματά μας.
- Μετάνοια ἐστίν ἀνάκλησις βαπτίσματος, συνθήκη πρὸς Θεὸν δευτέρα βίου, αὐτοκατάκριτος λογισμός, θυγάτηρ ἐλπίδος, διαλλαγὴ Κυρίου, συνειδότος καθαρισμός.
«Ἁγίων Πατέρων»
- Ἡ μετάνοια εἶναι ἐπανάληψη τοῦ βαπτίσματος, δεύτερη συνθήκη ζωῆς πρὸς τὸν Θεό, αὐτοκατάκριτη σκέψη, κόρη ἐλπίδας, συμφιλίωση μὲ τὸν Κύριο, καθαρισμὸς τῆς συνείδησης.
- Τὰ δάκρυα δὲ εἶναι καθαρτήριον τῶν μεταγενεστέρων κακῶν ὁποὺ ἐπράξαμεν μετὰ τὸ βάπτισμα· κ’ ἐκεῖνο μὲν τὸ ἐμολύναμεν ἄπαντες.
«Ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κλίμακος»
- Τὰ δάκρυα εἶναι ὁ καθαρμὸς γιὰ τὶς ἁμαρτίες ποὺ κάναμε μετὰ τὸ Βάπτισμα, γιατί καὶ ’κεῖνο τὸ μολύναμε ὅλοι μας.
- Πλύνε τὰς παρειάς σου μὲ τὰ κλαύματα τῶν ὀμμάτων σου, ἵνα ἀναπαυθῇ εἰς σὲ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα καὶ καθαρίσῃ τὸν ρύπον τῆς καρδίας σου.
«Ὁσίου Ἰσαάκ»
- Πλύνε τὸ πρόσωπό σου μὲ τὰ δάκρυα τῶν ματιῶν σου, γιὰ νὰ κατοικήσει σὲ αὐτὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ νὰ καθαρίσει τὸν ρύπο τῆς καρδιᾶς σου.
- Ἠρωτήθη ὁ ὅσιος Μιὼς ὑπὸ στρατευομένου, εἰ ἄρα δέχεται μετάνοιαν ὁ Θεός; Ὁ δὲ μετὰ τὸ κατηχῆσαι αὐτὸν ἐν πολλοῖς λόγοις, ἔφη· εἰπέ μοι, ἀγαπητέ, ἐὰν σχισθῇ σου τὸ χλαμύδιον, βάλλεις αὐτὸ ἔξω; Ἀπεκρίθη ἐκεῖνος· οὔ, ἀλλὰ ράπτω αὐτό· ἔφη ὁ γέρων· εἰ οὖν σὺ τοῦ ἱματίου φείδῃ, ὁ Θεὸς τοῦ ἰδίου πλάσματος οὐ φείσεται;
«Ἐν τῷ Γεροντικῷ»
- Ρωτήθηκε κάποτε ὁ Ὅσιος Μιὼς ἀπὸ ἕναν στρατιώτη, ἂν δέχεται ὁ Θεὸς τὴ μετάνοια. Ὁ Ὅσιος, ἀφοῦ πρῶτα ὁλοκλήρωσε τὴν κατήχηση τοῦ στρατιώτη μὲ πολλὰ λόγια, εἶπε: «Πές μου, ἀγαπητέ, ἂν σχισθεῖ ὁ μανδύας σου, τὸν πετᾶς;» Ἐκεῖνος εἶπε: «Ὄχι, τὸν ράβω». Εἶπε τότε ὁ Γέροντας: «Ἐὰν λοιπόν ἐσὺ λυπᾶσαι τὸ ροῦχο σου, ὁ Θεὸς δὲ θὰ δείξει οἶκτο στὸ δικό του πλάσμα;»
- Τέκνον ἥμαρτες, μὴ προσθῇς μηκέτι, καὶ περὶ τῶν προτέρων σου δεήθητι.
«Σοφ. Σειράχ»
- Παιδί μου, ἁμάρτησες, μὴν προσθέσεις ὅμως περαιτέρω ἁμαρτίες καὶ νὰ ζητᾶς μὲ μετάνοια τὴ συγχώρεση ἀπὸ τὸν Θεό.
- Ἓν δέ, τὰ μὲν ὀπίσω ἐπιλανθανόμενος, τοῖς δὲ ἔμπροσθεν ἐπεκτεινόμενος…
«Φιλιππησίους γ’ 14»
- Ἕνα πράγμα ἔχω στὸ μυαλό μου, νὰ ξεχνάω αὐτὰ ποὺ ἔγιναν καὶ ἔχουν περάσει στὸ παρελθὸν καὶ νὰ ἁπλώνομαι συνεχῶς σὲ ἐκεῖνα ποὺ ἕπονται καὶ βρίσκονται μπροστά…
- Ἀδελφέ, μὴ εἴπῃς σήμερον ἁμαρτάνω καὶ αὔριον μετανοῶ, οὐ γὰρ ἔχεις τὸ ἀσφαλές· περὶ τῆς αὔριον τῷ Κυρίῳ μελήσει.
«Ἁγίου Ἐφραίμ»
- Ἀδελφέ, νὰ μὴ λὲς ὅτι σήμερα θὰ ἁμαρτήσεις καὶ αὔριο θὰ μετανοήσεις, γιατί δὲν ἔχεις τὴ σιγουριὰ ὅτι θὰ ζεῖς. Γιὰ τὴν αὐριανὴ ἡμέρα ὁ Κύριος μόνον γνωρίζει ἂν θὰ ζοῦμε.
- Ἀδελφὸς ἠρώτησεν τὸν ὅσιον Σισώην λέγων· τί ποιήσω, Πάτερ, ὅτι πέπτωκα; Λέγει αὐτῷ ὁ Ἅγιος· ἀνάστα πάλιν· ἔφη ὁ ἀδελφός, ἀνέστην καὶ πάλιν πέπτωκα· ἀπεκρίθη ὁ Ἅγιος· ἀνάστα πάλιν· καὶ ὁ ἀδελφὸς εἶπεν· ἕως πότε; Ὁ δὲ Ἅγιος· ἕως ἐν τῷ πτώματι· ἐν ᾧ γὰρ εὑρίσκεται ἄνθρωπος, ἐν αὐτῷ καὶ πορεύεται.
«Ἐν τῷ Γεροντικῷ»
- Ἕνας ἀδελφὸς ρώτησε τὸν Ἅγιο Σισώη λέγοντας τὰ ἑξῆς: «Τί πρέπει νὰ κάνω, Πάτερ, ἀφοῦ ὑπέπεσα σὲ ἁμαρτία;» Τοῦ ἀπαντᾶ ὁ Ἅγιος: «Σήκω πάλι». Λέει τότε ὁ ἀδελφός: «Σηκώθηκα καὶ πάλι ξανάπεσα». Ἀποκρίθηκε ὁ Ἅγιος: «Σήκω, μετάνιωσε ξανά». Καὶ ὁ ἀδελφὸς ρώτησε: «Ἕως πότε;» Καὶ τότε ὁ Ἅγιος τοῦ ἀπάντησε: «Γιὰ ὅσο θὰ εἶσαι πεσμένος». Γιατί ὅσο ὁ ἄνθρωπος βρίσκεται στὸν δρόμο τῆς πτώσεως, πρέπει νὰ βρίσκει πάντα καὶ τὸν δρόμο τῆς σωτηρίας.
- Μέμνησο διὰ παντὸς τῆς ἐξόδου σου καὶ μὴ ἐπιλάθῃ κρίσεως αἰωνίου, καὶ οὐκ ἔσται πλημμέλεια τῇ ψυχῇ σου.
«Ἁγίου Εὐαγρίου»
- Ἂν θέλεις νὰ διατηρεῖς τὴν ψυχή σου καθαρὴ ἀπὸ ἁμαρτίες, νὰ θυμᾶσαι πάντα τὴν ὥρα τοῦ θανάτου σου, καὶ νὰ μὴν ξεχάσεις ποτὲ τὴν ὥρα τῆς μελλοντικῆς κρίσεως ποὺ ἔρχεται.
- Μνήμη θανάτου ἀναγκαιότερον γραφῆς τῷ μετανοοῦντι.
«Μεγάλου Βασιλείου»
- Γι’ αὐτὸν ποὺ ἐπιζητεῖ τὴ μετάνοια, ἡ μνήμη τοῦ θανάτου θὰ πρέπει νὰ εἶναι ἀναγκαιότερη ἀπὸ τὴν ἐκμάθηση γραφῆς καὶ ἀνάγνωσης.
- Ἡ ἐνθύμησις τοῦ θανάτου ἀναγκάζει τὸν ἄνθρωπον νὰ ἀπαρνῆται τὸ σῶμά του καὶ νὰ ἀποδιώκῃ ὅλας τὰς σωματικὰς ἐπιθυμίας.
«Ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κλίμακος»
- Ἡ μνήμη τοῦ θανάτου ἀναγκάζει τὸν ἄνθρωπο νὰ ἀπαρνηθεῖ τὸ σῶμα του καὶ ἐπιπλέον νὰ ἀποδιώκει ὅλες τὶς σωματικές του ἐπιθυμίες.
- Πολλοὶ λυπούμεθα ἐπὶ ταῖς ἁμαρτίαις, τὰς δὲ αἰτίας αὐτῶν ἡδέως καταδεχόμεθα.
«Ὁσίου Μάρκου»
- Πολλοὶ ἀπὸ ἐμᾶς λυπούμαστε γιὰ τὶς ἁμαρτίες ποὺ πράττουμε, τὶς αἰτίες ὅμως ποὺ τὶς δημιούργησαν μὲ εὐχαρίστηση τὶς ξαναφέρνουμε στὴ μνήμη μας.
- Πάντες γὰρ διὰ τῆς πλατείας βαδίζουσιν ὁδοῦ, πάντες εἰς τὰ παρόντα κεχήνασι πράγματα καὶ τῶν μελλόντων οὐδέποτε λαμβάνουσιν ἔννοιαν, ἀλλ’ εἰς μὲν τὰς σωματικὰς ἀπολαύσεις ἀδιαλείπτως ἐπείγονται, τὰς δὲ ψυχὰς ἐῶσιν ἐν λιμῷ κατατήκεσθαι· καὶ μυρία καθ’ ἑκάστην ἡμέραν λαμβάνοντες τραύματα οὐδέποτε αἴσθησιν ἔχουσιν τῶν ἐν οἷς εἰσὶ κακῶν, καὶ τῶν μὲν τοῦ σώματος ἕνεκα παθημάτων φοιτῶσι πρὸς τοὺς ταῦτα θεραπεύοντας καὶ μισθοὺς παρέχουσιν ὅτι μάλιστα πλείστους καὶ καρτερίαν ἐπιδείκνυνται πολλήν, καὶ τῆς ἐπιπόνου θεραπείας ἀνέχονται, ἵνα τὴν ἐκείνου ὑγείαν ὠνήσωνται· τῆς δὲ ψυχῆς κακῶς διακειμένης παντελῶς ἀμελοῦσι, καὶ τὴν ἀξιέραστον αὐτῆς ὑγείαν λαβεῖν οὐ σπουδάζουσι.
«Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου»
- Ὅλοι βαδίζουν στοὺς εὔκολους τοὺς δρόμους μεριμνώντας γιὰ τὰ προσωρινὰ πράγματα χωρὶς νὰ ἔχουν στὸν νοῦ τους τὰ μελλοντικά, τὰ αἰώνια, μὰ φροντίζουν συνεχῶς γιὰ τὶς ἀπολαύσεις τοῦ σώματος, τὶς ψυχές τους ὅμως, τὶς παραδίδουν στὴν πνευματικὴ πείνα. Καὶ ἐνῶ καθημερινὰ τραυματίζονται ἀπὸ τὶς πολλές τους ἁμαρτίες, δὲν ἀντιλαμβάνονται, δὲ νιώθουν τὸ κακὸ ποὺ ζεῖ μέσα τους· ἀντιθέτως, γιὰ τὶς σωματικές τους παθήσεις ἐφαρμόζουν μὲ καρτερία τὶς ἰατρικὲς συμβουλὲς καὶ πληρώνουν κάθε φορὰ πλεῖστα χρήματα ὑπομένοντας τὴν ἐπίπονη θεραπεία· γιὰ νὰ εὐεργετήσουν τὴν ὑγεία τοῦ σώματός τους, ἀμελοῦν παντελῶς γιὰ τὶς κακοπάθειες τῆς ψυχῆς καὶ δὲν φροντίζουν νὰ ἀποκτήσουν τὴν πολύτιμη ὑγεία της.
Περὶ Μετανοίας #2
- Ἀγαπητέ μοι μὴ λέγε βλάσφημος εἰμί, μοι μὴ λέγε διώκτης εἰμί, ἀκάθαρτός εἰμι, ἔχεις πάντων τὰ ὑποδείγματα. Εἰς οἷον θέλεις λιμένα κατάφυγε. Θέλεις ἐν τῷ τῆς Καινῆς, θέλεις ἐν τῷ τῆς Παλαιᾶς; Ἐν τῇ Καινῇ ὁ Παῦλος, ἐν τῇ Παλαιᾷ ὁ Δαβίδ. Μή μοι λέγε προφάσεις, μή μοι ὄκνον. Ἥμαρτες; Μετανόησον. Μυριάκις ἥμαρτες; Μυριάκις μετανόησον. Ταῦτα συνεχῶς ἐπαλείφω τὰ φάρμακα καὶ τὴν φλεγμονὴν καταστέλλω.
«Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου»
- Ἀγαπητέ μου, μὴ λὲς «εἶμαι βλάσφημος», μὴ μοῦ λὲς «εἶμαι διώκτης», «εἶμαι ἀκάθαρτος»· ἔχεις γιὰ ὅλα τὰ εἴδη τῆς ἁμαρτίας βοήθεια. Σὲ ὅποιο λιμάνι καὶ ἂν θέλεις, βρὲς τὸ καταφύγιο. Θέλεις στὸ λιμάνι τῆς Καινῆς Διαθήκης ἢ θέλεις τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης; Στὴν Καινὴ Διαθήκη βρίσκεται ὁ Παῦλος, στὴν Παλαιὰ ὁ Δαβίδ. Μὴ μοῦ φέρνεις προφάσεις, μὴ μοῦ φέρνεις δισταγμό. Ἁμάρτησες; Νὰ μετανοήσεις. Ἁμάρτησες μυριάδες φορές; Δεῖξε μυριάδες φορὲς μετάνοια. Μὲ αὐτὰ τὰ φάρμακα συνεχῶς ἐπαλείφω τὰ τραύματά μου καὶ θεραπεύομαι.
- Εἶπεν ὁ ἅγιος Ἐπιφάνιος, ὅτι ὁ Θεὸς τοῖς μὲν ἁμαρτωλοῖς μετανοοῦσι καὶ τὸ κεφάλαιον ἀφίησιν, ὡς τῇ πόρνῃ καὶ τῷ τελώνῃ· τοὺς δὲ δικαίους ἀπαιτεῖ καὶ τόκους. Καὶ τοῦτό ἐστὶν ὃ τοῖς Ἀποστόλοις ἔλεγεν· «Ὅτι ἐὰν μὴ περισσεύσῃ ἡ δικαιοσύνη ὑμῶν πλἐον τῶν Φαρισαίων καὶ Γραμματέων, οὐ μὴ εἰσέλθητε εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν».
«Ἐν τῷ Γεροντικῷ»
- Εἶπε ὁ Ἅγιος Ἐπιφάνιος, ὅτι ὁ Θεὸς σὲ ὅσους ἁμαρτωλοὺς μετανοοῦν, χαρίζει ὅλο τὸ κεφάλαιο ποὺ τοὺς εἶχε δώσει, ὅπως εἶχε κάνει καὶ μὲ τὴν πόρνη καὶ τὸν τελώνη. Ἀπὸ τοὺς δικαίους, ὅμως, ἀπαιτεῖ καὶ τόκους. Εἶναι αὐτὸ ποὺ ἔλεγε ὁ Κύριος στοὺς Ἀποστόλους: «ὅτι ἐὰν ἡ δικαιοσύνη σας δὲν ὑπερβεῖ κατὰ πολὺ αὐτὴ τῶν Φαρισαίων καὶ τῶν Γραμματέων, δὲν θὰ εἰσέλθετε στὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν».
- Τὸ ἔργον τῆς μετανοίας ἐκ τῶν τριῶν τούτων ἀρετῶν ἀποτελεῖται· ἐκ τοῦ νὰ ἀποδιώκῃ τις ἀπὸ τὸν νοῦν τοὺς ἁμαρτωλοὺς λογισμούς, ἐκ τῆς ἀδιαλείπτου προσευχῆς καὶ τοῦ νὰ ὑποφέρῃ μὲ ὑπομονὴν τὰς θλίψεις.
«Ὁσίου Μάρκου»
- Τὸ ἔργο τῆς μετάνοιας ἀποτελεῖται ἀπὸ τὶς ἀκόλουθες τρεῖς βασικὲς ἀρετές: τὸ νὰ διώχνει ὁ καθένας τὶς ἁμαρτωλὲς σκέψεις ἀπὸ τὸν νοῦ του, τὸ νὰ προσεύχεται ἀκατάπαυστα καὶ τὸ νὰ ὑπομένει τὶς θλίψεις τῆς ζωῆς μὲ ὑπομονή.
- Ὅταν ἐφάμαρτος ψυχὴ τὰς ἐπερχομένας θλίψεις οὐ καταδέχεται, τότε οἱ Ἄγγελοι περὶ αὐτῆς λέγουσιν· ἰατρεύσαμεν τὴν Βαβυλῶνα, καὶ οὐκ ἰάθη.
«Ὁσίου Μάρκου»
- Ὅταν ἕνας ἁμαρτωλὸς δὲν δέχεται τὶς θλίψεις τῆς ζωῆς, ποὺ μποροῦν νὰ τὸν βοηθήσουν νὰ βάλει ἀρχὴ στὴ μετάνοια, τότε οἱ Ἄγγελοι λένε γιὰ τὴν ψυχή του: «Προσφέραμε ὡς γιατροὶ φάρμακα σὲ μιὰ ψυχὴ ἁμαρτωλὴ σὰν τὴ Βαβυλώνα, μὰ αὐτὴ δὲν μπόρεσε νὰ ἰαθεῖ».
- Μετάνοια εἶναι νὰ ὑπομένῃ τις ἑκουσίως καὶ εὐχαρίστως ὅλα τὰ θλιβερὰ καὶ ὀδυνηρά, τὰ ἐπισυμβαίνοντα αὐτῷ δικαίως ἢ ἀδίκως ἐκ τῶν ἁμαρτημάτων του.
«Ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κλίμακος»
- Μετάνοια σημαίνει νὰ ὑπομένει κάποιος μὲ τὴ θέλησή του καὶ μὲ εὐχαρίστηση ὅλα τὰ θλιβερὰ καὶ τὰ ὀδυνηρὰ ποὺ μπορεῖ νὰ συμβαίνουν στὴ ζωή του, εἴτε δικαίως εἴτε ἀδίκως, ἐξαιτίας τῶν ἁμαρτημάτων του.
- Μετάνοια εἶναι νὰ πεινᾷ καὶ νὰ διψᾷ τινὰς καὶ νὰ στενοχωρῇ καθ’ ὑπερβολὴν τὴν κοιλίαν του, καὶ νὰ πληγώνῃ βαθέως τὴν ψυχήν του μὲ τὴν γλυκεῖαν συντριβὴν τῆς καρδίας του.
«Τοῦ αὐτοῦ»
- Μετάνοια εἶναι κάποιος νὰ πεινᾶ καὶ νὰ διψᾶ, καὶ νὰ δυσκολεύει ὑπερβολικὰ τὶς ἀπαιτήσεις τῆς κοιλιᾶς του, καὶ νὰ πληγώνει βαθιὰ τὴν ψυχή του μὲ τὸ νὰ συντρίβει γλυκὰ τὴν καρδιά του.
- Ἡ μετάνοια ὑπάρχει ὑψηλοτέρα πασῶν τῶν ἀρετῶν, τῆς ὁποίας τὸ ἔργον δὲν δύναται νὰ τελειώσῃ παρὰ μόνον ἐν τῇ ὥρᾳ τοῦ θανάτου.
«Ὁσίου Ἰσαάκ»
- Ἡ μετάνοια συμβαίνει νὰ εἶναι ἡ μεγαλύτερη ἀπ’ ὅλες τὶς ἀρετές, τῆς ὁποίας τὸ ἔργο δὲ δύναται νὰ τελειώσει, παρὰ μόνο τὴ στιγμὴ τοῦ θανάτου.
- Ἡ μετάνοια νὰ γίνεται εὐθὺς ἄνευ ὑπερθέσεως καιροῦ καὶ προφάσεως, καὶ μετ’ ἐλπίδος ἀγαθῆς πρὸς τὸν Θεὸν καὶ Δεσπότην.
«Ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κλίμακος»
- Ἡ μετάνοια πρέπει νὰ γίνεται ἀμέσως, χωρὶς χρονικὲς ἀναβολὲς καὶ προφάσεις καὶ συνοδευόμενη ἀπὸ ἀγαθὴ ἐλπίδα πρὸς τὸν Θεὸ Πατέρα.
- Πρὸς τὸν Θεὸν ἂς καταφεύγωμεν, διότι ὅσοι ἁμαρτωλοὶ κατέφυγον εἰς αὐτὸν ἔτυχον σωτηρίας. Καὶ ἡμεῖς λοιπόν, ἂς μὴ ἀπελπισθῶμεν διὰ τὴν σωτηρίαν μας. Ἡμάρτομεν; Ἂς μετανοήσωμεν. Μυριάκις ἡμάρτομεν; Μυριάκις ἂς μετανοήσωμεν. Διὰ πᾶν ἔργον ἀγαθὸν χαίρει ὁ Θεός, ἐξαιρέτως δὲ διὰ τὴν μετανοοῦσαν ψυχήν, ἡ ὁποία ἐπιστρέφει καὶ τὴν ὑποδέχεται μὲ τὰς ἰδίας του χεῖρας.
«Ἁγίου Ἐφραίμ»
- Στὸν Θεὸ ἂς καταφύγουμε, διότι ὅσοι ἁμαρτωλοὶ κατέφυγαν σὲ Αὐτὸν βρῆκαν τὴ σωτηρία τους. Καὶ ἐμεῖς λοιπόν ἂς μὴν ἀπελπιζόμαστε γιὰ τὴ σωτηρία μας. Ἁμαρτήσαμε; Ἂς μετανοήσουμε. Ἁμαρτήσαμε χίλιες φορές; Ἂς μετανοήσουμε χίλιες φορές. Ὁ Θεὸς χαίρεται γιὰ κάθε ἀγαθὸ ἔργο, προπάντων γιὰ τὴ μετανοημένη ψυχή, ἡ ὁποία ἐπιστρέφει καὶ τὴν ὑποδέχεται ὁ ἴδιος ὁ Θεός.
- Συνείθισον νὰ νικᾷς τὰ μικρὰ (ἁμαρτήματα), ἂν θέλῃς νὰ μάθῃς νὰ νικᾷς καὶ τὰ μεγάλα μὲ εὐκολίαν.
«Ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κλίμακος»
- Συνήθισε πρῶτα νὰ νικᾶς τὶς μικρὲς ἁμαρτίες, ἂν ἐπιθυμεῖς νὰ μάθεις νὰ νικᾶς καὶ τὶς μεγάλες μὲ εὐκολία.
- Οὐδεμία ἁμαρτία δύναται νὰ νικήσῃ τὴν εὐσπλαχνίαν τοῦ Θεοῦ, μόνον νὰ μετανοήσῃ ὁ ἄνθρωπος.
«Ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κλίμακος»
- Καμιὰ ἁμαρτία δὲν εἶναι σὲ θέση νὰ νικήσει τὴν εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ, ἀρκεῖ μόνο νὰ μετανοήσει ὁ ἄνθρωπος.
- Διηγήσατό τις τῶν πατέρων, ὅτι ἐν Θεσσαλονίκῃ ὑπῆρχεν ἀσκητήριον παρθένων· μία ἐξ αὐτῶν κατ’ ἐνέργειαν τοῦ κοινοῦ ἐχθροῦ, ἐξελθοῦσα ἐκ τοῦ μοναστηρίου, ἔπεσεν εἰς πορνείαν καὶ ἔμεινεν οὕτω πορνεύουσα χρόνον ἱκανόν· εἶτα τῇ συνεργείᾳ τοῦ φιλανθρώπου Θεοῦ μεταμεληθεῖσα, ὑπέστρεψεν εἰς τὸ μοναστήριον αὐτῆς· καὶ πεσοῦσα πρὸ τοῦ πυλῶνος ἐτελεύτησεν· ἀπεκαλύφθη δὲ τινὶ τῶν Ἁγίων ὁ θάνατος αὐτῆς· καὶ εἶδε τοὺς Ἁγίους Ἀγγέλους ἐλθόντας παραλαβεῖν τὴν ψυχὴν αὐτῆς καὶ δαίμονας παρεπομένους αὐτοῖς· καὶ διαλόγου γενομένου μεταξὺ αὐτῶν, οἱ μὲν Ἅγιοι Ἄγγελοι ἔλεγον ὅτι ἐν μετανοίᾳ ἦλθεν. Οἱ δὲ δαίμονες ἀντέλεγον, ὅτι ἡμῖν δουλεύει τοσοῦτον χρόνον καὶ ἡμῶν ἐστἰν· ἅμα δὲ οὐδὲ ἔφθασεν εἰσελθεῖν εἰς τὸ μοναστήριον, καὶ πῶς λέγεις ὅτι μετενόησεν; Εἶπον δὲ οἱ Ἄγγελοι ὅτι ἐξότου εἶδεν ὁ Θεὸς τὴν πρόθεσιν αὐτῆς εἰς τοῦτο κλίνασαν, προσεδέξατο αὐτῆς τὴν μετάνοιαν. Καὶ τῆς μὲν μετανοίας αὕτη ἦν κυρία, διά τοῦ σκποῦ οὗ προέθετο· τῆς δὲ ζωῆς, ὁ πάντων Δεσπότης. Ἐν τούτοις οὖν καταισχυνθέντες οἱ δαίμονες, ὑπεχώρησαν· ὁ δὲ τὴν ἀποκάλυψιν ἑωρακώς, τοῖς παροῦσι ταύτην διηγήσατο.
«Ἐν τῷ Γεροντικῷ»
- Κάποιος ἀπὸ τοὺς Πατέρες μᾶς διηγήθηκε, ὅτι στὴ Θεσσαλονίκη ὑπῆρχε ἕνα γυναικεῖο ἀσκητήριο· μία ἀπὸ αὐτὲς τὶς μοναχές, κάτω ἀπὸ τὴν ἐπιρροὴ τοῦ ἀκατανόμαστου, ἔφυγε ἀπὸ τὸ μοναστήρι, ἔπεσε στὴν πορνεία καὶ ἐργάστηκε ὡς πόρνη γιὰ ἀρκετὸ καιρό. Μέσω τῆς ἐπεμβάσεως τοῦ φιλανθρώπου Θεοῦ μετανόησε καὶ ἐπέστρεψε στὸ μοναστήρι της. Καὶ μπροστὰ στὴν κεντρική του εἴσοδο ἔπεσε νεκρή· σὲ κάποιον ἀπὸ τοὺς Ἁγίους ἀποκαλύφθηκε ὁ θάνατος αὐτῆς, καὶ εἶδε τοὺς Ἁγίους Ἀγγέλους νὰ ἔρχονται καὶ νὰ παραλαμβάνουν τὴν ψυχή της καὶ δαίμονες νὰ βρίσκονται ἐπίσης γύρω τους καὶ νὰ διεξάγουν διάλογο μαζί τους. Οἱ μὲν Ἅγιοι Ἄγγελοι ὑποστήριζαν ὅτι ἡ ἁμαρτωλὴ μοναχὴ εἶχε μετανοήσει, οἱ δὲ δαίμονες ἔφερναν ἀντίρρηση πάνω στὸ θέμα αὐτό. Ὑποστήριζαν, δηλαδή, ὅτι δούλευε γι’ αὐτοὺς πολὺ καιρὸ καὶ ὅτι τώρα τοὺς ἀνῆκε· «ἀφοῦ δὲν πρόλαβε νὰ μπεῖ κὰν στὸ μοναστήρι, πῶς ἰσχυρίζεστε ὅτι μετανόησε;» Ἀπάντησαν τότε οἱ Ἄγγελοι ὅτι ὁ Θεὸς εἶδε τὴν προαίρεσή της γιὰ μετάνοια καὶ δέχθηκε ἤδη τὴ μετάνοιά της. Αὐτὴ μὲ τὸν σκοπὸ ποὺ ἔθεσε στὸ τέλος τῆς ζωῆς της ἔγινε κάτοχος τῆς μετάνοιας· τὸ πότε, ὅμως, ἔρχεται τὸ τέλος τῆς ζωῆς μόνον ὁ Κύριος καὶ Θεὸς καὶ Πατέρας πάντων τὸ γνωρίζει. Μετὰ ἀπὸ αὐτὰ οἱ δαίμονες ντροπιασμένοι ἀποχώρησαν. Αὐτὸς ποὺ ὑπῆρξε μάρτυρας τῶν παραπάνω, μᾶς τὰ διηγήθηκε γιὰ τὴν ὠφέλεια τῆς δικῆς μας ψυχῆς.
- Πολλοὶ τῶν ἁμαρτανόντων λέγουσιν· αἰσχύνης γέμω, πῶς δύναμαι προσελθεῖν τῷ Θεῷ, διαβολικὴν νοσοῦντες εὐλάβειαν. Ἀπαρρησίαστος εἶ; Διὰ τοῦτο πρόσελθε, ἵνα κτήσῃ παρρησίαν πολλήν. Μὴ γὰρ ἄνθρωπός ἐστιν ὁ μέλλων σοι καταλλάττεσθαι; Θεός ἐστιν ὁ μᾶλλον βουλόμενος ἀπαλλάξαι σε τῶν ἁμαρτιῶν. Οὐχ οὕτως σὺ τῆς ἀσφαλείας ἐπιθυμεῖς τῆς σεαυτοῦ, ὡς ἐκεῖνος τῆς σωτηρίας σου.
«Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου»
- Πολλοὶ ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ ἁμαρτάνουν λένε σὰν πραγματικὰ ἄρρωστοι ἀπὸ διαβολικὴ εὐλάβεια: «Εἶμαι γεμάτος ἀπὸ ντροπή· πῶς εἶναι δυνατὸ νὰ πλησιάσω τὸν Θεό;» Δὲν ἔχεις τὸ θάρρος νὰ πλησιάσεις τὸν Θεό; Γι’ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν λόγο πλησίασε, γιὰ νὰ ἀποκτήσεις πολλὴ παρρησία. Μήπως εἶναι ἄνθρωπος αὐτὸς ποὺ πρόκειται νὰ συμφιλιωθεῖ μαζί σου; Ὄχι, δὲν εἶναι ἄνθρωπος, ἀλλὰ Θεός, ὁ ὁποῖος καὶ θέλει νὰ σὲ ἀπαλλάξει ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες σου. Οὔτε ἐσὺ ἐπιθυμεῖς τόσο τὴ δική σου προσωπικὴ ἀσφάλεια, ὅσο ἐπιθυμεῖ ὁ Κύριος τὴ δική σου σωτηρία.
- Ἐμοὶ δοκεῖ, ὅτι εἶναι τῶν Ἁγίων Ἀγγέλων ἴδιον νὰ μὴ πλανῶνται, μήτε νὰ πίπτωσιν εἰς κανένα ἁμάρτημα, οὐχὶ δὲ καὶ τῶν ἀνθρώπων.
«Ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κλίμακος»
- Πιστεύω ὅτι εἶναι γνώρισμα τῶν Ἁγίων Ἀγγέλων νὰ μὴν πλανῶνται ἀλλὰ καὶ νὰ μὴν πέφτουν σὲ ὁποιοδήποτε ἁμάρτημα, ὄχι ὅμως καὶ τῶν ἀνθρώπων.
- Ἀδελφὸς ἠρώτησε τὸν Ὅσιον Ποιμένα λέγων· Πάτερ, δύο ἄνθρωποι ἦσαν, ὁ εἷς Μοναχὸς καὶ ὁ εἷς κοσμικός. Ὁ Μοναχὸς ἐλογίσατο ὀψέ, ἵνα πρωὶ ρίψῃ τὸ Σχῆμα, καὶ ὁ κοσμικὸς ἐλογίσατο, ἵνα γένηται Μοναχός· καὶ ἀμφότεροι δὲ ἀπέθανον ἐν τῇ νυκτὶ ἐκείνῃ καὶ οὐκ ἔφθασαν ἐπιτελέσαι. Τί ἆρα λογίζεται αὐτοῖς; Καὶ ὁ Ὅσιος εἶπεν· ὁ Μοναχὸς ἀπέθανε Μοναχὸς καὶ ὁ κοσμικὸς ἀπέθανε κοσμικός· ἐν ᾧ γὰρ εὑρέθησαν ἀπῆλθον.
«Ἐν τῷ Γεροντικῷ»
- Ἕνας ἀδερφὸς ρώτησε κάποτε τὸν Ὅσιο Ποιμένα λέγοντας: «Πάτερ, ἦταν κάποτε δύο ἄνθρωποι, ἕνας μοναχὸς καὶ ἕνας κοσμικός. Ὁ μοναχὸς ἔκανε σκέψεις κατὰ τὸ βράδυ, μὲ σκοπὸ τὸ ἐρχόμενο πρωὶ νὰ ἀποσχηματιστεῖ, καὶ ὁ κοσμικὸς σκέφθηκε νὰ γίνει μοναχός· καὶ οἱ δύο, ὅμως, πέθαναν ἐκείνη τὴ νύχτα, χωρὶς νὰ προλάβουν νὰ πραγματοποιήσουν τὶς ἐπιθυμίες τους. Τί θὰ γίνει λοιπόν μὲ αὐτοὺς τὴν ὥρα τῆς κρίσης;» Καὶ ὁ Ὅσιος ἀπάντησε: «Ὁ μοναχὸς πέθανε μοναχὸς καὶ ὁ κοσμικὸς πέθανε κοσμικός. Ἀπεβίωσαν μὲ τὸ σχῆμα, στὸ ὁποῖο τοὺς βρῆκε ὁ θάνατος».
- Ἐὰν ἄνθρωπος ποιήσῃ μεγάλας δυνάμεις καὶ ἰάσεις, καὶ ἔχῃ πᾶσαν γνῶσιν καὶ ἀναστήσῃ νεκρούς, ἐφ’ ὅσον ἔπεσεν εἰς ἁμαρτίαν, οὐ δύναται ἀμεριμνῆσαι, ὅτι ὑπὸ μετάνοιάν ἐστι.
«Εἶπεν ὁ Ὅσιος Ἡσαϊας»
- Ἀκόμα καὶ ἂν ὁ ἄνθρωπος καταφέρει νὰ κάνει μεγάλα πράγματα καὶ νὰ θεραπεύει ἀσθενεῖς καὶ νὰ ἔχει κάθε ἀπαραίτητη γνώση καὶ νὰ ἀναστήσει νεκρούς, ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ἁμάρτησε δὲν μπορεῖ νὰ πιστεύει ἀμέριμνος ὅτι βρίσκεται στὸν δρόμο τῆς μετάνοιας.
- Ἡ ἰσχὺς τῶν θελόντων κτήσασθαι τὰς ἀρετάς, αὕτη ἐστίν, ἵνα ἐὰν πέσωσι, μὴ μικροψυχήσωσιν, ἀλλὰ πάλιν φροντίσωσι.
«Εἶπεν ὁ Ὅσιος Μωυσῆς»
- Ἡ δύναμη αὐτῶν ποὺ θέλουν ν’ ἀποκτήσουν τὶς ἀρετές, εἶναι ἀκριβῶς ἡ δύναμη τῆς θέλησής τους, νὰ μπορέσουν νὰ ξανασηκωθοῦν καὶ νὰ σώσουν τὴν ψυχή τους, ἂν τυχὸν πέσουν σὲ ἁμαρτήματα.
- Ἀδελφὸς ἐκάθητο ἐν τῇ μονῇ τῶν Μονιδίων κατὰ μόνας καὶ ηὔχετο τὴν εὐχὴν ταύτην ἀεὶ πρὸς τὸν Θεόν· Κύριε, οὐ φοβοῦμαί σε, καὶ διὰ τοῦτο πέμψον μοι κεραυνὸν ἢ ἄλλην τινὰ τιμωρίαν ἢ ἀσθένειαν ἢ δαίμονα, ἵνα κἂν οὕτως εἰσέλθῃ εἰς φόβον ἡ πεπωρωμένη μου ψυχή. Εἶτα παρακαλῶν ἔλεγε πάλιν. Οἶδα ὅτι πολλὰ ἥμαρτον εἰς σέ, Δέσποτα, καὶ ἀναρίθμητά εἰσι τὰ πταίσματά μου, διὸ καὶ οὐ τολμῶ εἰπεῖν, ἵνα συγχωρήσῃς με, ἀλλ’ εἰ ἐνδέχεται, παίδευσόν με ὧδε καὶ ἐκεῖ μὴ κολάσῃς με· εἰ δὲ καὶ τοῦτο ἀδύνατον, ἀπόδος μοι ὧδε μέρος τῆς τιμωρίας καὶ ἐκεῖ κουφοτέραν μοι τὴν κόλασιν ἔργασαι, μόνον ἄρξαι ἀπὸ τοῦ νῦν παιδεύειν με, πλὴν ἐν ἐλέει καὶ μὴ τῷ θυμῷ σου, Δέσποτα.
Οὕτως οὖν αὐτοῦ ἐπὶ ἐνιαυτὸν ὅλον μετανοοῦντος καὶ ταῦτα μετὰ δακρύων θερμῶν ἀπαύστως πρὸς Θεὸν λέγοντος καὶ ὁλοψύχως ἱκετεύοντος, ἔν τε νηστείᾳ καὶ ἀγρυπνίᾳ καὶ λοιπῇ κακουχίᾳ, τό τε σῶμα καὶ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ καταδαπανῶντος ἀεὶ καὶ συντρίβοντος. Ἐν μιᾷ καθημένου αὐτοῦ χαμαὶ καὶ θρηνοῦντος συνήθως καὶ γοερὸν ἀνοιμώζοντος, ἀπὸ τῆς πολλῆς ἀθυμίας νυσταγμὸς ἐπῆλθεν αὐτῷ καὶ ὕπνωσε. Καὶ ἰδοὺ παρίσταται ὁ Χριστὸς λέγων ἱλαρᾷ τῇ φωνῇ. Τί ἔχεις, ἄνθρωπε; Τί οὕτω κλαίεις; Ὁ δὲ γνωρίσας αὐτὸν ὅστις ἐστίν, ἀποκρίνεται συντόμως, ὅτι ἔπεσον, Κύριε. Ἔφη αὐτῷ ὁ φανείς· καὶ ἐγείρου. Ὁ δὲ λέγει, οὐ δύναμαι, Δέσποτα, ἐὰν μὴ δὠσῃς μοι χεῖρα. Κἀκεῖνος ἐκτείνας τὴν χεῖρα καὶ λαβόμενος αὐτοῦ ἀνέστησεν αὐτόν, ὁ δὲ ἀναστὰς ἐπένθει σφοδρῶς. Λέγει οὖν πάλιν αὐτῷ ὁ φανείς, ὁμοίως πραείᾳ καὶ ἱλαρᾷ τῇ φωνῇ· Τί κλαίεις, ἄνθρωπε, τί λυπῇ; Ἀπεκρίθη ὁ ἀδελφός· οὐ θέλεις, Κύριε, ἵνα μὴ κλαίω καὶ λυποῦμαι; Ὅτι τοσαῦτά σε ἐλύπησα, ὁ τοσούτων ἀγαθῶν παρὰ σοῦ ἀπολαύσας. Ὁ δὲ ἐκτείνας αὖθις τὴν χεῖρα αὐτοῦ ἔθηκεν ἐπὶ τὴν κεφαλὴν τοῦ ἀδελφοῦ καὶ λέγει αὐτῷ. Τοῦ λοιποῦ μὴ λυποῦ, ἐπεὶ γὰρ σὺ ἕνεκεν ἐμοῦ ἐλυπήθης, οὐκ ἔτι ἐγὼ λυποῦμαι κατά σοῦ. Ἐπεὶ γὰρ διὰ σὲ τὸ αἷμά μου δέδωκα, πόσῳ μᾶλλον καὶ τὴν συγχώρησιν δώσω καί σοἰ, καὶ πάσῃ τῇ γνησίως μετανοούσῃ ψυχῇ; Ἐλθὼν οὖν εἰς ἑαυτὸν ὁ ἀδελφὸς ἐκ τῆς ὀπτασίας, εὗρε τὴν καρδίαν αὐτοῦ πάσης χαρᾶς πεπληρωμένην. Καὶ ἐπληροφορήθη ὅτι ἐποίησεν ὁ Θεὸς ἔλεος μετ’ αὐτοῦ. Καὶ ἔμεινε διὰ παντὸς ἐν πολλῇ ταπεινώσει εὐχαριστῶν αὐτῷ.
«Κῶδιξ χαρ. 275 ΧΝΊΙ αἰῶνος, Ί.Μ. Διονυσίου Ἁγίου Ὄρους»
- Κάποιος ἀδελφὸς καθόταν μόνος του στὴ Μονὴ τῶν Μονιδίων καὶ πάντα προσευχόταν στὸν Θεὸ τὰ παρακάτω: «Κύριε, δὲν ἔχω μέσα στὴν ψυχή μου τὸν φόβο σου καὶ γι’ αὐτὸ στεῖλε μου κεραυνὸ ἢ κάποια ἄλλη τιμωρία ἢ ἀσθένεια ἢ δαίμονα, γιὰ νὰ καταληφθεῖ ἀπὸ φόβο ἡ σκληραγωγημένη μου ψυχή». Ἔπειτα, παρακαλώντας πάλι, ἔλεγε: «Γνωρίζω καλὰ ὅτι ἔχω διαπράξει πολλὰ ἁμαρτήματα ἐναντίον σου, Δέσποτα, καὶ ὅτι τὰ πταίσματά μου εἶναι ἀναρίθμητα, γι’ αὐτὸ καὶ δὲν τολμῶ νὰ σοῦ ζητήσω νὰ μὲ συγχωρέσεις, ἀλλὰ ἐὰν γίνεται, παίδευσέ με ἐδῶ καὶ μὴ μὲ καταδικάζεις ἐκεῖ στὴν κόλαση. Ἐὰν καὶ αὐτὸ δὲν εἶναι δυνατόν δῶσε μου ἐδῶ ἕνα μέρος τῆς τιμωρίας μου καὶ κάνε γιὰ μένα νὰ εἶναι πιὸ ἐλαφριὰ ἡ κόλαση· μονάχα ἄρχισε ἀπὸ τώρα νὰ μὲ παιδεύεις σὲ παρακαλῶ, κάνοντας ὅμως χρήση τοῦ ἐλέους σου καὶ ὄχι τοῦ θυμοῦ σου». Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο μετανοοῦσε αὐτὸς ὁ μοναχὸς ἐπὶ ἕνα χρόνο, κάνοντας διαρκῶς μετάνοιες, τὶς ὁποῖες συνόδευε μὲ ἀσταμάτητα καὶ θερμὰ ἀπὸ ἀγάπη δάκρυα, ἱκετεύοντας ὁλόψυχα τὸν Θεὸ μὲ νηστεία, ἀγρυπνία καὶ λοιπὴ κακουχία, κουράζοντας καὶ συντρίβοντας συνέχεια τὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχή του. Μία μέρα, ἐνῶ βρισκόταν πεσμένος στὸ πάτωμα καὶ θρηνοῦσε ὡς συνήθως μὲ τρόπο γοερό, ἀπὸ τὴν πολλὴ βαρυθυμία νύσταξε καὶ ἀποκοιμήθηκε. Καὶ τότε ἐμφανίστηκε ὁ Χριστὸς μὲ τὴ γαλήνια φωνή του, λέγοντάς του: «Τί σὲ ἀπασχολεῖ, ἄνθρωπε; Γιατί κλαῖς κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο;» Ἐκεῖνος, ἀφοῦ κατάλαβε ποιὸς εἶναι, ἀποκρίθηκε σύντομα: «Ἐπειδὴ ἔχω ἁμαρτήσει, Κύριε». Εἶπε τότε ὁ Κύριος σὲ αὐτόν: «Σήκω». Καὶ ὁ μοναχὸς ἀπάντησε: «Δὲν μπορῶ νὰ σηκωθῶ Δέσποτα ἐὰν δὲν μοῦ δώσεις ἐσὺ τὸ χέρι σου». Καὶ ἐκεῖνος ἅπλωσε τὸ χέρι του καὶ πιάνοντας τὸ δικό του τὸν σήκωσε. Ὁ μοναχὸς ὅμως καὶ σ’ αὐτὴ τὴ στάση ἔκλαιγε γοερά. Λέει τότε καὶ πάλι σὲ αὐτὸν ὁ Κύριος μὲ τὴ γεμάτη γαλήνη καὶ πραότητα φωνή του: «Γιατί κλαῖς, ἄνθρωπε, τί σὲ θλίβει;» Ἀπάντησε τότε ὁ ἀδερφός: «Δὲν θέλεις, Κύριε, νὰ κλαίω καὶ νὰ λυπᾶμαι; Ἐγὼ ποὺ σὲ λύπησα, ἐνῶ ἔλαβα ἀπὸ σένα καὶ ἀπόλαυσα τόσα ἀγαθά;» Ὁ Κύριος ἅπλωσε ἀμέσως τὸ χέρι του στὸν μοναχὸ καὶ τὸ τοποθέτησε στὸ κεφάλι του, λέγοντας: «Ἀπὸ ἐδῶ καὶ στὸ ἑξῆς νὰ μὴ λυπᾶσαι· ἀκόμη καὶ Ἐγὼ δὲν θὰ εἶμαι λυπημένος μαζί σου. Ἐπειδὴ γιὰ σένα ἔχω δώσει τὸ αἷμα μου, πόσο περισσότερο θὰ δώσω σὲ σένα τὴ συγχώρεσή μου καὶ σὲ κάθε ψυχὴ ποὺ μετανοεῖ γνήσια καὶ εἰλικρινά». Ὅταν ξύπνησε ὁ μοναχός, βρῆκε τὴν καρδιά του γεμάτη ἀπὸ κάθε χαρά. Καὶ ἔμαθε ὅτι ὁ Θεὸς τὸν ἐλέησε. Καὶ ἔζησε γιὰ πάντα μὲ πολλὴ ταπείνωση, εὐχαριστώντας τὸν Θεό.
- Ἡ ψυχὴ ὁποὺ μολυνθῇ μὲ τὸν μολυσμὸν τῆς ἁμαρτίας δὲν δύναται μὲ ἄλλον τρόπον νὰ καθαρισθῇ καὶ νὰ λάβῃ τὴν πρώτην της ὡραιότητα, ἐὰν δὲν ὑπομείνῃ πολλοὺς πειρασμοὺς καὶ δὲν εἰσέλθῃ μέσα εἰς τὸ χωνευτήριον τῶν θλίψεων.
«Ἁγίου Συμεών τοῦ Νέου θεολόγου»
- Ἡ ψυχὴ ποὺ ἔχει μολυνθεῖ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία δὲν μπορεῖ μὲ ἄλλον τρόπο νὰ καθαριστεῖ καὶ νὰ ἐπανέλθει στὴν πρώτη της κατάσταση, δηλαδὴ αὐτὴν τῆς ὡραιότητας, ἐὰν δὲν ὑπομείνει πολλοὺς πειρασμοὺς καὶ δὲν μπεῖ μέσα στὸ χωνευτήρι τῶν θλίψεων.
- Αἱ ἐντολαὶ τοῦ Θεοῦ εἶναι τιμιώτεραι ἀπ’ ὅλους τοὺς θησαυροὺς τοῦ κόσμου καὶ ὅστις φυλάσσει αὐτάς, ἐντὸς αὐτοῦ εὑρίσκει τὸν Θεόν.
«Ὁσίου Ἰσαάκ»
- Οἱ ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ εἶναι πολυτιμότερες ἀπ’ ὅλους τοὺς θησαυροὺς τοῦ κόσμου, καὶ ὅποιος διαφυλάσσει τὶς ἐντολὲς αὐτές, μέσα του θὰ βρίσκει τὸν Θεό.
Περὶ Μετανοίας #3
- Ὅπου ἐλλείπουσι τὰ κακὰ ἤθη καὶ εὑρίσκονται τὰ χρηστά, ἐκεῖ κατοικεῖ ὁ Πατήρ, ὁ Υἱὸς καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα.
«Ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κλίμακος»
- Σὲ ἐκεῖνο τὸ μέρος ἀπ’ ὅπου ἀπουσιάζουν οἱ κακὲς συνήθειες καὶ στὸ ὁποῖο βρίσκονται οἱ ὠφέλιμες, ἐκεῖ κατοικεῖ ὁ Πατήρ, ὁ Υἱὸς καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα.
- Ἡ Ἁγία Γραφὴ εἶναι ὡσὰν κοινὸν ἰατρεῖον. Ἕκαστος δύναται νὰ εὑρίσκῃ καὶ νὰ ἐκλέγῃ ἀπὸ αὐτὴν τὰ φάρμακα ἀνάλογα πρὸς τὸ πάθος του.
«Μεγάλου Βασιλείου»
- Ἡ Ἁγία Γραφὴ μοιάζει μὲ ἕνα μεγάλο ἰατρεῖο. Ὁ καθένας ἔχει τὴ δυνατότητα νὰ βρίσκει καὶ νὰ διαλέγει ἀπ’ αὐτήν τὰ φάρμακα ποὺ νὰ ἀντιστοιχοῦν στὸ πάθος του.
- Ὅστις ἀδιαλείπτως ἐπασχολεῖται εἰς τὴν θεωρίαν τοῦ Θεοῦ, αὐτὸς ἀποκτᾷ αὐτὸν θησαυροφύλακα.
«Ὁσίου Ἰσαάκ Σύρου»
- Ὅποιος ἀσχολεῖται ἀκατάπαυστα μὲ τὴ θεωρία τοῦ Θεοῦ, ἐκεῖνος ἀποκτᾶ τὸν ἴδιο τὸν Θεὸ ὡς θησαυροφυλάκιό του.
- Λογιζόμενος καθ’ ἡμέραν καὶ λέγων ἐν ἑαυτῷ, ὅτι τὴν σήμερον ἔχω ποιῆσαι εἰς τὸν κόσμον, οὐδέποτε ἁμαρτήσει εἰς Θεόν.
«Ὁσίου Ἡσαϊου»
- Αὐτὸς ποὺ συλλογίζεται καθημερινὰ καὶ λέει στὸν ἑαυτό του, ὅτι ἔχω νὰ κάνω σήμερα πολλὰ γιὰ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, δὲν θὰ ἁμαρτήσει ποτὲ ἀπέναντι στὸν Θεό.
- Οὐκ ἔχεις βιβλίον ἐν τῇ οἰκίᾳ καὶ γράφεις τὸν λόγον τὸν καθημερινόν; Ἔχε βιβλίον ἐν τῷ συνειδότι καὶ γράφε τὰ ἁμαρτήματα τὰ καθημερινά.
«Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου»
- Δὲν ἔχεις βιβλίο στὸ σπίτι σου καὶ γράφεις σ’ αὐτὸ ὅ,τι συμβαίνει κάθε μέρα; Νὰ ἔχεις καὶ βιβλίο στὴ συνείδησή σου καὶ νὰ γράφεις ἐκεῖ τὶς καθημερινὲς ἁμαρτίες σου.
- Ἀδελφὸς ἐκάθητο εἰς μίαν Μονὴν τῆς Αἰγύπτου, ἐν πολλῇ ταπεινώσει διάγων· ὑπῆρχε δὲ αὐτῷ ἀδελφὴ ἐν τῇ πόλει, πορνεύουσα καὶ πολλαῖς ψυχαῖς προξενοῦσα ἀπώλειαν· πολλάκις οὖν παρενοχλήσαντες οἱ γέροντες, τέλος ἠδυνήθησαν τὸν ἀδελφὸν πεῖσαι πρὸς αὐτὴν καταντῆσαι, εἴ πως νουθετήσας καταργήσει τὴν ἁμαρτίαν τὴν δι’ αὐτῆς γινομένην· ὡς δὲ ἔφθασεν εἰς τὸν τόπον, ἰδών τις τῶν γνωρίμων προδραμὼν ἀπήγγειλε τῇ ἀδελφῇ αὐτοῦ λέγων· ἰδοὺ ὁ ἀδελφός σου ἐπὶ τὴν θύραν· ἡ δὲ συνεχθεῖσα τοῖς σπλάγχνοις καταλείψασα τοὺς ἐραστάς, οἷς διηκόνει, γυμνῇ τῇ κεφαλῇ ἐπὶ τὴν ὑπάντησιν τοῦ ἀδελφοῦ ἐξεπήδησε· καὶ πειρωμένη αὕτη περιπλέκεσθαι αὐτῷ, λέγει ὁ ἀδελφός· γνησία μου ἀδελφή, φεῖσαι τῆς ψυχῆς σου, ὅτι διὰ σοῦ πολλαὶ ἀπὠλονται· καὶ πῶς δυνήσῃ ὑπενεγκεῖν τὴν αἰωνίαν καὶ πικρὰν βάσανον; Ἡ δὲ σύντρομος γενομένη, λέγει αὐτῷ· οἶδας ὅτι ἔστι μοι σωτηρία ἀπὸ τοῦ νῦν; Ἀπεκρίθη ὁ ἀδελφός· ἐὰν θέλῃς, ἔστι σωτηρία· ἡ δὲ ῥίψασα αὐτὴν εἰς τοὺς πόδας τοῦ ἀδελφοῦ παρεκάλει αὐτὸν ἵνα λάβῃ αὐτὴν εἰς τὴν ἔρημον μετ’ αὐτοῦ. Ὁ δὲ εἶπεν αὐτῇ· θὲς τὸ ἱμάτιόν σου ἐπὶ τὴν κεφαλήν σου καὶ ἀκολούθει μοι· ἡ δὲ ἔφη· ἄγωμεν· συμφέρει γάρ μοι ἀσχημονεῖν γυμνῇ τῇ κεφαλῇ, ἢ εἰσελθεῖν εἰς τὸ ἐργαστήριον τῆς ἀνομίας· ὡς δὲ ἐπορεύοντο, ἐνουθέτει αὐτὴν ὁ ἀδελφὸς πρὸς μετάνοιαν· ἰδὼν δὲ τινας ἐρχομένους εἰς ὑπάντησιν αὐτῶν, λέγει αὐτῇ· ἐπειδὴ οὐ πάντες ἴσασιν ὅτι ἀδελφή μου εἶ, ὑποχώρησον μικρὸν τῆς ὁδοῦ, ἕως οὗ παρέλθωσιν οἱ ἐρχόμενοι· ἡ δὲ ἐξένευσε. Μετὰ δὲ τοῦτο λέγει αὐτῇ· ἀπέλθωμεν τὴν ὁδὸν ἡμῶν, ἀδελφή· ἡ δὲ οὐκ ἀπεκρίθη αὐτῷ. Ἐκνεύσας δὲ πρὸς αὐτήν, εὑρίσκει αὐτὴν νεκράν. Θεωρεῖ δὲ καὶ τὰ ἴχνη τῶν ποδῶν αὐτῆς ἡμαγμένα· ὡς δὲ ἀπήγγειλε τοῖς γέρουσιν ὁ ἀδελφὸς τὸ συμβάν, ἀντέβαλλον εἰς ἀλλήλους. Ἀπεκαλύφθη ἑνὶ τῶν γερόντων περὶ αὐτῆς, ὅτι ἐπειδὴ οὐδενὸς ὅλως ἐμερίμνησε σαρκικοῦ, ἀλλὰ καὶ τοῦ ἰδίου σώματος κατεφρόνησε μὴ στενάξασα ἐν τῇ τοσαύτῃ πληγῇ, διὰ τοῦτο προσεδεξάμην αὐτῆς τὴν μετάνοιαν.
«Ἐν τῷ Γεροντικῷ»
- Ἕνας ἀδελφὸς ζοῦσε μὲ πολλὴ ταπείνωση σὲ μιὰ μονὴ τῆς Αἰγύπτου. Εἶχε αὐτὸς μιὰ ἀδελφὴ στὴν πόλη, ἡ ὁποία ζοῦσε ὡς πόρνη καὶ εἶχε προκαλέσει τὸ χαμὸ πολλῶν ψυχῶν. Οἱ γέροντες τῆς παραπάνω Μονῆς, ἔχοντας ἐνοχληθεῖ πολλὲς φορὲς μὲ τὸ συμβὰν αὐτό, προσπάθησαν νὰ πείσουν τὸν ἀδερφό της νὰ τὴν πείσει νὰ ἀλλάξει ζωή, νὰ τὴ νουθετήσει νὰ σταματήσει τὶς ἁμαρτίες ποὺ ἔκανε. Ὅταν ἔφτασε στὸ σπίτι της, κάποιος ἐκ τῶν γνωστῶν της τὸν εἶδε καὶ τῆς προανήγγειλε τὴν ἄφιξή του λέγοντας: «Αὐτὸς εἶναι ὁ ἀδερφός σου μπροστὰ στὴν πόρτα». Ἐκείνης τόσο πολὺ ταράχτηκαν τὰ σπλάχνα της, ποὺ ἐγκατέλειψε τοὺς ἐραστές, στοὺς ὁποίους πρόσφερε τὸ κορμί της, καὶ μὲ τὸ κεφάλι της ἀκάλυπτο ἔτρεξε νὰ ὑποδεχτεῖ τὸν ἀδελφό της. Καὶ ἐνόσῳ αὐτὴ προσπαθοῦσε νὰ τὸν ἀγκαλιάσει, τῆς λέει ὁ ἀδερφός της: «Γνήσια ἀδελφή μου, λυπήσου τὴν ψυχή σου, γιατί ἐξαιτίας σου χάνονται πολλὲς ἄλλες ψυχές. Πῶς θὰ μπορέσεις νὰ σηκώσεις τὰ αἰώνια καὶ πικρά σου βάσανα;» Ἐκείνη κυριεύτηκε ἀπὸ φόβο καὶ τοῦ εἶπε: «Γνωρίζεις ἐὰν ὑπάρχει σωτηρία ἀπὸ ἐδῶ καὶ στὸ ἑξῆς γιὰ μένα;» Ἀπάντησε ὁ ἀδελφός: «Ἐὰν τὸ θέλεις, ὑπάρχει σωτηρία». Ἐκείνη, ἀφοῦ ἔπεσε κατευθείαν στὰ πόδια τοῦ ἀδελφοῦ της, τὸν παρακαλεῖ νὰ τὴν πάρει μαζί του στὴν ἔρημο. Ἐκεῖνος τῆς εἶπε: «Ρίξε τὸ μανδύα σου πάνω στὸ κεφάλι σου καὶ ἀκολούθησέ με». Ἐκείνη τοῦ ἀπάντησε: «Καλύτερα νὰ φύγουμε ἀμέσως τώρα, γιατί προτιμῶ νὰ ἀσχημονήσω μὲ ἀσκέπαστο κεφάλι, παρὰ νὰ μπῶ πάλι γιὰ νὰ πάρω ροῦχο μέσα στὸν χῶρο τῆς ἀνομίας». Ὅσο πορευόντουσαν, τὴ συμβούλευε ὁ ἀδερφός της νὰ μετανοήσει. Βλέποντας ὅμως ὅτι κάποιοι ἔρχονταν γιὰ νὰ τοὺς συναντήσουν, εἶπε σὲ αὐτήν: «Ἐπειδὴ δὲν γνωρίζουν ὅλοι ὅτι εἶσαι ἀδελφή μου, βγὲς λίγο ἀπὸ τὸν δρόμο μέχρι νὰ περάσουν αὐτοί». Ἐκείνη τραβήχτηκε στὴν ἄκρη. Μετὰ ἀπὸ αὐτὸ τὸ γεγονὸς λέει σὲ αὐτήν: «Ἂς πάρουμε πάλι τὸν δρόμο μας ἀδερφή». Ἐκείνη ὅμως δὲν τοῦ ἀπάντησε. Ὅταν πῆγε πρὸς τὸ μέρος της, τὴ βρῆκε νεκρή· βλέπει καὶ τὰ πόδια της πληγωμένα, γιατί δὲ φοροῦσε ὑποδήματα. Ὁ μοναχὸς ἀνήγγειλε τὸ γεγονὸς στοὺς συμμοναστές του καὶ ἐκεῖνοι διαφωνοῦσαν μεταξύ τους. Ἀποκαλύφθηκε, λοιπόν, σ’ ἕναν ἀπὸ τοὺς γέροντες, ὅτι ἐπειδὴ ἡ ἀδερφὴ τοῦ μοναχοῦ δὲ μερίμνησε καθόλου γιὰ τὴ σάρκα της, ἀντιθέτως κατεφρόνησε τὸ ἴδιο της τὸ σῶμα, χωρὶς νὰ δυσανασχετήσει γιὰ τὶς φοβερὲς πληγές της, ὁ Θεὸς δέχτηκε τὴ μετάνοιά της.
- Ἀγαπητοί παρακαλῶ ὡς παροίκους, καὶ παρεπιδήμους, ἀπέχεσθαι τῶν σαρκικῶν ἐπιθυμιῶν, αἵτινες στρατεύονται κατὰ τῆς ψυχῆς.
«Πέτρου Β’, 14»
- Ἀγαπητοί μου, σᾶς παρακαλῶ, ὡς περαστικοὺς καὶ ὡς προσωρινὰ διαμένοντες κάτω στὴ γῆ, νὰ ἀπέχετε ἀπὸ τὶς σαρκικὲς ἐπιθυμίες, οἱ ὁποῖες μάχονται κατὰ τῆς ψυχῆς.
- Εἶπεν ὁ Ὅσιος Ποιμὴν περὶ τοῦ Ὁσίου Ἰωάννου τοῦ Κολοβοῦ, ὅτι παρεκάλεσε τὸν Θεόν, καὶ ἤρθη τὰ πάθη ἀπ’ αὐτοῦ καὶ γέγονεν ἀμέριμνος· καί ἀπελθὼν εἶπέ τινι Γέροντι· ὁρῶ ἐμαυτὸν ἀναπαυόμενον, καὶ μηδένα πόλεμον ἔχοντα· καὶ λέγει αὐτῷ ὁ Ἅγιος Γέρων· ὕπαγε, παρακάλεσον τὸν Θεὸν, ὥστε τὸν πόλεμόν σοι ἐλθεῖν· διὰ γὰρ τῶν πολέμων προκόπτει ἡ ψυχή. Παρεκάλεσεν οὖν καὶ οὐκέτι ηὔξατο ἀρθῆναι αὐτὸν ἀπ’ αὐτοῦ· ἔλεγε· Κύριε δός μοι ὑπομονὴν ἐν τοῖς πολέμοις.
«Ἐν τῷ Γεροντικῷ»
- Ὁ Ὅσιος Ποιμένας εἶπε τὰ παρακάτω γιὰ τὸν Ὅσιο Ἰωάννη τὸν Κολοβό, ὅτι παρακάλεσε τὸν Θεὸ καὶ ἀπαλλάχθηκε ἀπὸ τὰ πάθη του καὶ ἔγινε ἀμέριμνος στὸν πνευματικό του ἀγώνα. Καὶ φεύγοντας εἶπε σὲ κάποιον Γέροντα: «Βλέπω τὸν ἑαυτό μου ἀναπαυμένο, χωρὶς νὰ ἔχω κανέναν πόλεμο νὰ ἀντιμετωπίσω»· καὶ εἶπε σὲ αὐτὸν ὁ Ἅγιος Γέροντας: «Πήγαινε καὶ παρακάλεσε τὸν Θεὸ νὰ σοῦ ἐπιστραφεῖ ὁ πόλεμος, γιατί μέσα ἀπὸ τὸν πόλεμο μὲ τὰ πάθη προκόπτει ἡ ψυχή». Τὸν παρακάλεσε λοιπόν καὶ ἀπὸ τότε δὲν εὐχόταν πλέον νὰ ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὸν πόλεμο κατὰ τῶν παθῶν καὶ ἔλεγε στὸν Θεό: «Κύριε, δῶσε μου ὑπομονὴ κατὰ τὴ διάρκεια τῶν πολέμων».
- Ἀδελφὸς εἶπεν εἰς ἕναν Ἅγιον· «οὐδένα βλέπω πόλεμον ἐν τῇ καρδίᾳ μου». Λέγει αὐτῷ ὁ Ἅγιος, «σὺ τετράπυλος εἶ, καὶ ὁ θέλων εἰσέρχεται καὶ ἐξέρχεται διά σου, σὺ δὲ οὐ νοεῖς. Ἐὰν δὲ ἔχῃς θύραν καὶ κλείσῃς αὐτὴν καὶ μὴ συγχωρήσῃς εἰσελθεῖν δι’ αὐτῆς τοὺς πονηροὺς λογισμούς, τότε βλέπεις αὐτοὺς ἔξω ἑστῶτας καὶ πολεμοῦντάς σε».
«Ἐν τῷ Γεροντικῷ, ἤγουν τῶν Ἁγίων Πατέρων»
- Ἕνας ἀδελφὸς εἶπε σ’ ἕναν Ἅγιο: «Δὲν βλέπω κανένα πόλεμο μέσα στὴν καρδιά μου». Λέγει σὲ αὐτὸν ὁ Ἅγιος: «Ἐσὺ εἶσαι τετράπυλος, καὶ αὐτὸς ποὺ τὸ θέλει, μπαίνει καὶ βγαίνει ἀπὸ μέσα σου, χωρὶς ἐσὺ νὰ τὸ καταλάβεις. Ἐὰν ὅμως ἔχεις μιὰ πόρτα καὶ τὴν κλείσεις καὶ δὲν ἐπιτρέπεις νὰ μπαίνουν μέσω αὐτῆς πονηρὲς σκέψεις, τότε θὰ βλέπεις αὐτὲς τὶς πονηρὲς σκέψεις νὰ εἶναι ἀπ’ ἔξω καὶ νὰ σὲ πολεμάνε».
- Εἶπε κάποιος Ἅγιος· ὅστις νικήσῃ τὰ πάθη του, τιτρώσκει καὶ νικᾷ καὶ λυπεῖ καθ’ ὑπερβολὴν τοὺς δαίμονας.
«Ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κλίμακος»
- Εἶπε κάποιος Ἅγιος: ὅποιος μπορέσει νὰ νικήσει τὰ πάθη του, τραυματίζει καὶ νικᾶ καὶ λυπεῖ κατὰ πολὺ τοὺς δαίμονες.
- Διηγήσατο περὶ τῆς Ὁσίας Σάρρας, ὅτι ἔμεινε δεκατρία ἔτη πολεμουμένη κραταιῶς ὑπὸ τοῦ δαίμονος τῆς πορνείας, καὶ οὐδέποτε ηὔξατο ἀποστῆναι τὸν πόλεμον, ἀλλὰ μᾶλλον ἔλεγεν· Ὁ Θεός δός μοι ἰσχύν. Ἐν μιᾷ οὖν σφοδρῶς ὑπ’ αὐτῆς ὀχλουμένη ἀνῆλθε εἰς τὸ δωμάτιον αὐτῆς προσεύξασθαι, καὶ ὤφθη αὐτῇ σωματικῶς τὸ πνεῦμα τῆς πορνείας, καὶ εἶπεν αὐτῇ· Σὺ μὲ ἐνίκησας, Σάρρα. Ἀπεκρίθη ἐκείνη· οὐκ ἐνίκησά σε ἐγώ, ἀλλ’ ὁ Δεσπότης μου Χριστός.
«Ἐν τῷ Γεροντικῷ»
- Ὑπάρχει μιὰ διήγηση γιὰ τὴν Ὁσία Σάρρα, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ἔζησε ἐκείνη δεκατρία χρόνια ἀκατάπαυστα τὸν πόλεμο μὲ τὸν δαίμονα τῆς πορνείας καὶ ποτὲ δὲν ζήτησε ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ σταματήσει τὸν βασανιστικὸ αὐτὸ πόλεμο· ἀπεναντίας ἔλεγε: «Θεέ μου, δῶσε μου δύναμη». Μιὰ ἡμέρα, λοιπόν, καὶ ἐνῶ βρισκόταν σὲ ἔντονο πόλεμο μὲ τὸν δαίμονα, ἀνέβηκε στὸ δωμάτιό της νὰ προσευχηθεῖ καὶ εἶδε μὲ σάρκα καὶ ὀστᾶ τὸν δαίμονα τῆς πορνείας μπροστά της νὰ τῆς λέει: «Ἐσὺ μὲ νίκησες, Σάρρα». Ἐκείνη τοῦ ἀπάντησε: «Δὲν σὲ νίκησα ἐγώ, ἀλλὰ ὁ Δεσπότης μου, ὁ Χριστός».
- Ἂς μετανοήσωμεν λοιπὸν ἀδελφοί, διότι γίνεται μεγάλη χαρὰ εἰς τὸν οὐρανόν, λέγει ὁ Χριστός μας, διὰ ἕναν ἁμαρτωλὸν μετανοοῦντα παρὰ διὰ ἐνενήκοντα ἐννέα δικαίους. Ὁ ἄσωτος υἱός ἀδελφοί μου, ἀφοῦ ἔφθειρεν ὅλον του τὸν βίον τὸν πατρικὸν εἰς πόρνας, καὶ μέθην, καὶ εἰς πᾶσαν ἄλλην ἀσωτείαν, ἔβαλεν εἰς τὸν νοῦν του καὶ εἶπεν· οὐαί μοι τῷ ἀθλίῳ, πόσοι τοῦ πατρός μου περισσεύουσιν ἄρτων, καὶ κατατρυφοῦν τὰ καλά του, ἐγὼ δὲ λιμῷ τήκομαι· ἀλλ’ ἂς ἐπιστρέψω εἰς τὸν εὔσπλαγχνον πατέρα μου, καὶ θέλει μὲ συγχωρήσῃ καὶ δεχθῇ, διότι εἶναι εὔσπλαγχνος. Μόνον τὸ ἔβαλεν εἰς τὸν νοῦν του, καὶ παρευθὺς ὁ Θεὸς τὸν ἐλέησε, καὶ τοῦ ἄφησε τὰς ἁμαρτίας. Ἡ Ὁσία Μαρία ἦτο πόρνη, καὶ ἐκεῖ ὅπου ἔστεκεν ἔξω ἀπὸ τὴν θύραν, βλέπει τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας, καὶ ἐνθυμεῖται τὰς ἁμαρτίας ὅπου ἔκαμε, καὶ βάνει εἰς τὸν νοῦν της, ὅτι αἱ ἁμαρτίαι της τὴν κωλύουν, καὶ δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἔμβῃ εἰς τὴν ἐκκλησίαν, καὶ παρευθὺς ἐμετανόησε, ἔκλαυσεν ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς, καὶ λέγει εἰς τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας· Ὦ Κυρία Θεοτόκε, ὅπου ἐγέννησες τὸν Υἱὸν καὶ Λόγον τοῦ Θεοῦ, παρακαλῶ σε, κάμε μου τὴν τοιαύτην χάριν, ὅτι νὰ ἠμπορέσω νὰ ἔμβω μέσα εἰς τὴν ἐκκλησίαν, νὰ προσκυνήσω καὶ ἐγὼ τὸν Τίμιον Σταυρόν, καὶ βάνω σὲ ἐγγυήτριαν, ὅτι πλέον νὰ μὴ κάμω τὴν ἁμαρτίαν. Ὁ Δαβὶδ ὁ Προφήτης ἐλεήθη ἀπ’ ἄλλο παρὰ ἀπὸ τὴν μετάνοιαν; Ὁ Ἀπόστολος Πέτρος, ὅπου ἀρνήθηκε τὸν Χριστὸν τρεῖς φορές, ἀπὸ τί ἄλλο ἐσώθη, παρὰ ἀπὸ τὴν μετάνοιαν; Διὰ νὰ μετανοήσῃ καὶ νὰ κλαύσῃ θερμῶς, ὁ Θεὸς τὸν ἐλέησε. Ὁ Λὼτ διὰ νὰ μετανοήσῃ καὶ νὰ κλαύσῃ τὴν ἁμαρτίαν του ἐσώθη. Τὴν Νινευὴ τὴν χώραν τὴν μεγάλην δὲν ἤθελεν ὁ Θεὸς νὰ τὴν κάψῃ διὰ τὴν ἁμαρτίαν, ὅπου ἔκαμαν οἱ Νινευῖται, καὶ ἔστειλεν ὁ Θεὸς τὸν Προφήτην Ἰωνᾶν νὰ τοὺς εἰπῇ, ὅτι μετὰ τρεῖς ἡμέρας ὁ Θεὸς θέλει νὰ τοὺς χαλάσῃ. Καὶ παρευθὺς ὡς τὸ ἤκουσαν, ἐμετανόησαν, καὶ ὁ Θεὸς τοὺς ἐλέησεν· ἀπὸ τί ἀρετὴν ἄλλην, εἰ μὴ μόνον, διότι ἐμετανόησαν ὁλοψύχως; Διὰ τοῦτο καὶ ἡμεῖς, ἀδελφοὶ μου ἠγαπημένοι, ὅλοι μας ἂς μετανοήσωμεν, ὥσπερ ὁ Δαβὶδ καὶ ἂς εἰποῦμεν καὶ ἡμεῖς ἐξ’ ὅλης τῆς καρδίας, καθὼς εἶπε καὶ αὐτός. «Ἡμάρτηκα τῷ Κυρίῳ μου, ἡμάρτηκα καὶ τὰς ἀνομίας μου ἐγὼ γιγνώσκω». Καὶ ὥσπερ ὁ ληστής· «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου». Καὶ ὡς ἡ Μαρία ἡ Αἰγυπτία, καὶ ὡς ἡ πόρνη, καὶ ὥσπερ ἄλλοι πολλοὶ ἁμαρτωλοὶ ὅπου ἐμετανόησαν, καὶ ἔκλαυσαν τὴν ἁμαρτίαν των καὶ ἐσώθηκαν· καὶ μὴ μείνωμεν ἀμετανόητοι, ὥσπερ ὁ Ἰούδας, νὰ κληρονομήσωμεν καὶ ἡμεῖς τὴν αἰώνιον κόλασιν, ἀλλ’ ἂς μετανοήσωμεν, ἵνα ἀκούσωμεν τῆς μακαρίας ἐκείνης φωνῆς· «Δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ Πατρός μου, κληρονομήσατε τὴν ἡτοιμασμένην ὑμῖν Βασιλείαν». Ἀμήν.
- Ἂς μετανοήσουμε λοιπόν, ἀδέρφια μου, διότι ἐπικρατεῖ μεγάλη χαρὰ στὸν οὐρανό, λέει ὁ Κύριος, γιὰ ἕναν ἁμαρτωλὸ ποὺ μετανοεῖ παρὰ γιὰ ἐνενήντα ἐννέα δικαίους. Ὁ ἄσωτος υἱός, ἀδελφοί μου, ἀφοῦ πρῶτα σκόρπισε ὅλη του τὴν πατρικὴ περιουσία σὲ πόρνες, καὶ στὸ μεθύσι καὶ σὲ κάθε ἄλλου εἴδους ἀσωτεῖες, συλλογίστηκε κάτι καὶ εἶπε: «Ἀλίμονό μου τὸν ἄθλιο, πόσο ψωμὶ περισσεύει ἀπὸ τὸν πατέρα μου καὶ τὸ καταναλώνουν ἄλλοι, ἐνῶ ἐγὼ λιώνω ἀπὸ τὴν πείνα, ἀλλὰ ἂς ἐπιστρέψω στὸν εὔσπλαχνο πατέρα μου, θὰ μὲ συγχωρήσει καὶ θὰ μὲ δεχθεῖ κοντά του γιατί εἶναι εὔσπλαχνος». Μόνο ποὺ τὸ ἔβαλε στὸ μυαλό του, ἀμέσως ὁ Θεὸς τὸν ἐλέησε καὶ τοῦ ἔσβησε τὶς ἁμαρτίες.Ἡ Ὁσία Μαρία ἦταν πόρνη, καὶ ἐκεῖ ὅπου στεκόταν ἔξω ἀπὸ τὴν πόρτα, εἶδε τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας καὶ θυμήθηκε τὶς ἁμαρτίες της, καὶ συλλογίζεται ὅτι οἱ ἁμαρτίες εἶναι ποὺ τὴν παρεμποδίζουν καὶ δὲ μπορεῖ νὰ μπεῖ στὴν Ἐκκλησία, καὶ ἀμέσως μετανόησε, ἔκλαψε μὲ ὅλη της τὴν ψυχὴ καὶ εἶπε στὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας: «Ὦ Κυρὰ Θεοτόκε, ἐσὺ ποὺ γέννησες τὸν Υἱὸ καὶ Λόγο τοῦ Θεοῦ, σὲ παρακαλῶ κάνε μου αὐτὴν τὴ χάρη, νὰ μπορέσω νὰ μπῶ καὶ ἐγὼ μέσα στὴν Ἐκκλησία καὶ νὰ προσκυνήσω καὶ ἐγὼ τὸν Τίμιο Σταυρό, καὶ νὰ σὲ βάλω ἐγγυήτρια, ὅτι ἀπὸ ἐδῶ καὶ στὸ ἑξῆς δὲ θὰ κάνω ἄλλες ἁμαρτίες». Ὁ Δαβίδ, ὁ Προφήτης, ἀπὸ τί ἄλλο ἐλεήθηκε παρὰ ἀπὸ τὴ μετάνοια; Ὁ Ἀπόστολος Πέτρος, ἀφοῦ ἀρνήθηκε τὸν Χριστὸ τρεῖς φορές, ἀπὸ τί ἄλλο σώθηκε, παρὰ μόνο ἀπὸ τὴ μετάνοια; Γιὰ νὰ μετανοήσει καὶ νὰ κλάψει θερμά, ὁ Θεὸς τὸν ἐλέησε. Ὁ Λὼτ, ἐπειδὴ μπόρεσε νὰ μετανοήσει καὶ νὰ κλάψει γιὰ τὴν ἁμαρτία του, σώθηκε. Τὴν Νινευή, τὴν πόλη τὴ μεγάλη, δὲν ἤθελε ὁ Θεὸς νὰ τὴν κάψει γιὰ τὶς ἁμαρτίες ποὺ ἔκαμαν οἱ Νινευῖτες, καὶ ὁ Θεὸς ἔστειλε τὸν Προφήτη Ἰωνᾶ νὰ τοὺς πεῖ, ὅτι μετὰ ἀπὸ τρεῖς μέρες ὁ Θεὸς θὰ καταστρέψει τὴν πόλη τους. Ἀμέσως μόλις τὸ ἄκουσαν, μετανόησαν καὶ ὁ Θεὸς τοὺς ἐλέησε. Τοὺς ἐλέησε ὄχι γιὰ ὁποιαδήποτε ἀρετή τους, παρὰ μονάχα ἐπειδὴ μετανόησαν ὁλόψυχα. Γι’ αὐτὸ καὶ ἐμεῖς, ἀδελφοί μου ἀγαπημένοι, ἂς μετανοήσουμε, ὅπως ἀκριβῶς ὁ Δαβίδ καὶ ἂς ποῦμε καὶ ἐμεῖς μέσα ἀπὸ τὴν καρδιά μας: «Ἁμάρτησα, Κύριέ μου, ἁμάρτησα, καὶ τὶς ἁμαρτίες μου ἐγὼ τὶς γνωρίζω». Καὶ ὅπως ἀκριβῶς ὁ ληστής: «Νὰ μὲ θυμηθεῖς, Κύριε, ὅταν φτάσεις στὴ Βασιλεία σου». Καὶ ὅπως ἀκριβῶς ἡ Μαρία ἡ Αἰγυπτία, καὶ ὅπως ἀκριβῶς καὶ ἡ πόρνη καὶ τόσοι ἄλλοι ἁμαρτωλοὶ ποὺ μετανόησαν καὶ ἔκλαψαν γιὰ τὶς ἁμαρτίες τους καὶ σώθηκαν. Καὶ νὰ μὴ μείνουμε ἀμετανόητοι καὶ ὅπως ἀκριβῶς ὁ Ἰούδας νὰ κληρονομήσουμε καὶ ἐμεῖς τὴν αἰώνια κόλαση. Ἀλλὰ ἂς μετανοήσουμε γιὰ νὰ ἀκούσουμε τὴ μακάρια ἐκείνη φωνή: «Ἐλᾶτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ Πατέρα μου, πάρετε γιὰ δική σας τὴν ἑτοιμασμένη γιὰ σᾶς Βασιλεία». Ἀμήν.
- Οὐδεὶς οὕτως ἀγαθὸς καὶ οἰκτίρμων ὡς ὁ Θεός. Τῷ δὲ μετανοοῦντι ἐπὶ ταῖς ἁμαρτίαις αὐτοῦ, οὐδὲ αὐτὸς ἀφίησι.
«Ἁγίων Πατέρων»
- Κανεὶς δὲν εἶναι τόσο ἀγαθὸς καὶ τόσο πλημμυρισμένος ἀπὸ ἔλεος ὅπως ὁ Θεός. Αὐτὸν ὅμως ποὺ δὲν μετανοεῖ, οὔτε καὶ ὁ φιλεύσπλαχνος Θεὸς δὲν θὰ τὸν συγχωρήσει.
- Οὐκ ἔστιν ἁμαρτία νικῶσα τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, εἰ μὴ ἡ ἀπόγνωσις.
«Ἁγίων Πατέρων»
- Δὲν ὑπάρχει ἁμαρτία ποὺ νὰ μὴ μπορεῖ νὰ προκαλέσει τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, ἐκτὸς μόνο ἀπὸ τὴν ἀπόγνωση.
- Δὲν εἶναι κανένα πρᾶγμα ἴσον ἢ μεῖζον τῆς εὐσπλαχνίας τοῦ Θεοῦ.
«Ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κλίμακος»
- Τίποτα δὲν εἶναι ἰσάξιο ἢ μεγαλύτερο ἀπὸ τὴν εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ.
- Ὅστις ἀπελπίζεται, φονεύει τὴν ψυχήν του μόνος του.
«Τοῦ αὐτοῦ»
- Ὅποιος ὑπόκειται στὴν ἀπελπισία, εἶναι σὰν νὰ φονεύει τὴν ψυχή του μόνος του.
- Ἡ θύρα τῆς μετανοίας εἶναι πάντοτε ἀνεωγμένη.
«Τοῦ αὐτοῦ»
- Ἡ πόρτα τῆς μετάνοιας εἶναι πάντα ἀνοιχτή.
- Ὡς ἀδύνατον τὸν ἀποθανόντα βαδίζειν, οὕτως ἀδύνατον τὸν ἀπογνόντα σωθῆναι.
«Ἁγίων Πατέρων»
- Ὅσο ἀκατόρθωτο εἶναι νὰ περπατήσει ἕνας νεκρός, τόσο ἀκατόρθωτο εἶναι νὰ σωθεῖ ἕνας ἀπελπισμένος.
- Διὰ τοῦτο ἡ μετάνοια ἀπαιτεῖται εἰς πάντας καὶ πάντοτε, καὶ οὐδεὶς ὅρος τελειώσεως τῆς μετανοίας ὑπάρχει.
«Ὁσίου Ἰσαάκ»
- Γι’ αὐτὸ ἡ μετάνοια εἶναι ἀναγκαία σὲ ὅλους καὶ πάντοτε, καὶ δὲν ὑπάρχει κανένα ὅριο τελειώσεως τῆς μετάνοιας.
Περὶ Ἐξομολογήσεως
- Ἐγώ εἰμὶ ὁ ἐξαλείφων τὰς ἀνομίας σου ἕνεκεν ἐμοῦ, σὺ δὲ μνήσθητι, καὶ κριθῶμεν· λέγε σὺ τὰς ἀνομίας σου πρῶτος, ἵνα δικαιωθῇς.
«Ὁσίου Ἰσαάκ Σύρου»
- Ἐγὼ εἶμαι αὐτὸς ποὺ ἐξαλείφει τὶς ἁμαρτίες σου ἐξαιτίας μου, ἐσὺ νὰ θυμᾶσαι ὅτι κάποτε θὰ κριθοῦμε. Ἐξομολογήσου τὶς ἁμαρτίες σου πρῶτος καὶ θὰ δικαιωθεῖς.
- Ἄν τινων ἀφῆτε τὰς ἁμαρτίας, ἀφίενται αὐτοῖς, ἄν τινων κρατῆτε, κεκράτηνται.
«Ὁσίου Ἰσαάκ Σύρου»
- Ἂν συγχωρήσετε κάποιων τὶς ἁμαρτίες, εἶναι σὰν νὰ συγχωρεῖτε αὐτοὺς τοὺς ἴδιους. Ἂν ὅμως κάποιων τὶς ἁμαρτίες τὶς κρατήσετε ὡς ἀσυγχώρητες, εἶναι σὰν νὰ κρατᾶτε αὐτοὺς τοὺς ἴδιους ὡς ἀσυγχώρητους.
- Ἁμαρτία ἀνεξαγόρευτος τραῦμα μέγα καρδίας.
- Κάθε ἁμαρτία ἀνεξομολόγητη, εἶναι μεγάλο τραῦμα γιὰ τὴν καρδιά.
- Παντὶ ἀνθρώπῳ, μὴ ἔκφαινε καρδίαν σου.
«Σοφία Σειράχ»
- Νὰ μὴν ἀνοίγεις διάπλατα τὴν καρδιά σου σὲ κάθε ἄνθρωπο ἀνεξαιρέτως.
- Ἔλεγε τις τῶν Ἁγίων Πατέρων· ὅτι ἄλλο τίποτε δὲν πικραίνει περισσότερον τὸν δαίμονα τῆς πορνείας, ὡσὰν νὰ φανερώνῃ τινὰς τὰ ἔργα αὐτοῦ εἰς τὸν Πνευματικόν του διὰ τῆς ἐξομολογήσεως.
«Ἐν τῷ Γεροντικῷ»
- Ἔλεγε κάποιος ἀπὸ τοὺς Ἁγίους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας: «Τίποτα δὲν πικραίνει περισσότερο τὸν δαίμονα τῆς πορνείας, ἀπὸ τὸ νὰ φανερώνει κάποιος τὶς ἁμαρτίες του στὸν πνευματικό του, μέσα ἀπὸ τὴν πράξη τῆς ἐξομολόγησης».
- Οὐ χαίρει ἐπ’ οὐδενὶ ὁ ἐχθρὸς οὕτως ὡς ἐπὶ τοῖς μὴ ἐκφαίνουσι τοὺς ἑαυτῶν λογισμούς.
«Ἁγίων Πατέρων»
- Δὲν χαίρεται ὁ ἐχθρὸς γιὰ τίποτα ἄλλο περισσότερο, ὅσο χαίρεται γι’ αὐτοὺς ποὺ δὲν φανερώνουν μὲ εἰλικρίνεια τὶς σκέψεις τους στὸν πνευματικό.
- Ὁ αἰσχυνόμενος ἀνθρώπῳ ἀποκαλύψαι τὰς ἑαυτοῦ ἁμαρτίας ἐνταῦθα, ἐκεῖ ἐπὶ πάντων αἰσχυνθήσεται.
«Ἁγίων Πατέρων»
- Αὐτὸς ποὺ ντρέπεται νὰ φανερώσει τὶς ἁμαρτίες του ἐδῶ στὴ γῆ σὲ ἕναν ἄνθρωπο, δηλαδὴ στὸν πνευματικό, νὰ σκεφτεῖ ὅτι στὴ Δευτέρα Παρουσία θὰ γίνει ἀντικείμενο ντροπῆς μπροστὰ σὲ ὅλους.
- Μὴ ἀφῇς ἀνεξάλειπτον ἁμαρτίαν, κἂν βραχυτάτη τυγχάνῃ, ἵνα μὴ ὕστερον ἐπὶ μείζω κακὰ παρασύρῃ σε.
«Ἁγίων Πατέρων»
- Αὐτὸς ποὺ ντρέπεται νὰ φανερώσει τὶς ἁμαρτίες του ἐδῶ στὴ γῆ σὲ ἕναν ἄνθρωπο, δηλαδὴ στὸν πνευματικό, νὰ σκεφτεῖ ὅτι στὴ Δευτέρα Παρουσία θὰ γίνει ἀντικείμενο ντροπῆς μπροστὰ σὲ ὅλους.
